Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (Χ)

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η έννοια του “νόμου” θα πρέπει να αποξεστεί από την “απλούστευση” και την “φετιχοποίησή” της: αυτός είναι ο στόχος των παρατηρήσεων του Λένιν στο επόμενο τμήμα για τη διδασκαλία περί Ουσίας, η οποία αφιερώνεται στο “φαινόμενο.” Ο Λένιν κατανοεί απόλυτα το αντι-σχετικιστικό και αντι-υποκειμενιστικό νόημα της εγελιανής ανάλυης του Erscheinung, του φαινομένου ως επαναδιατύπωση του είναι στην θεμελιακή του συνοχή, ενότητα εμφάνισης και ουσία (ενώ ο νεο-Καντιανός υποκειμενισμός τα αποσυσχέτιζε πεισματωδώς). Ως αρχική έκφραση της ουσίας ως βάσης, η έννοια του νόμου ουσιαστικά τοποθετείται στο επίπεδο του φαινομένου. Για τον Χέγκελ, ο νόμος είναι η “αντανάκλαση της Εμφάνισης στην ταυτότητα με τον εαυτό της”, κάτι άμεσα παρόν στην εμφάνιση ως “παθητικά δεκτική της αντανάκλαση.” Ο Λένιν συμφωνεί: “Αυτή είναι μια αξιοθαύμαστα υλιστική και αξιοθαύμαστα κατάλληλη (χρησιμοποιεί τη λέξη ruhige) περιγραφή. Ο νόμος μεταλαμβάνει του παθητικά δεκτικού — και συνεπώς ο νόμος, κάθε νόμος, είναι στενός, ατελής, κατά προσέγγιση.”

Φυσικά, αυτό μπορούμε να το δούμε ως μια επαναδιατύπωση της θεωρίας της “αντανάκλασης”, του κατά προσέγγιση αλλά όλο και πιο “πιστού” αντιγράφου, του “εγγύς” στην “αντικειμενική” και “υλική πραγματικότητα.” Αυτή όμως η αντίληψη για τον ουσιωδώς περιορισμένο χαρακτήρα των εξωτερικών νόμων συνιστά μια σημαντική μετατόπιση σε σχέση με την βασική θέση της ορθοδοξίας, για την οποία ο Λένιν είχε τόσο επιμείνει στο Υλισμός και εμπειριοκριτισμός, θέτωντας την “ανάγκη της φύσης” ως “πρωταρχική” και την “ανθρώπινη θέληση και νου” ως “δευτερεύοντα”: “τα δεύτερα πρέπει απαραίτητα και αναπόφευκτα να προσαρμοστούν στην πρώτη.” Από αυτή την οντολογία συμπέρανε ο Λένιν την αναγκαιότητα η “κοινωνική συνείδηση και ταξική συνείδηση σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες” να “προσαρμοστεί” στον “αντικειμενικό νόμο της οικονομικής εξέλιξης”, σε μια λογική που αντανακλάται στους “νόμους της ιστορικής ανάπτυξης.” Στην επαναδιατύπωσή του σχετικά με την εγελιανή αντίληψη των νόμων στις Σημειώσεις για τον Χέγκελ όμως, υπάρχει ήδη μια αρχική ύλληψη της προεγγραφής της υποκειμενικότητας, της δραστηριότητας της γνώσης, στην ίδια την καρδιά της αντικειμενικότητας, στην εσωτερική κίνηση της ουσίας:
Ο νόμος είναι σχέση. Αυτό N[ota] B[ene] για τους Μαχιστές* και τους άλλους αγνωστικιστές, και για τους Καντιανούς, κλπ. Σχέση ουσιών ή ανάμεσα στις ουσίες.
Η αρχή του παντός μπορεί να εννοηθεί ως εσωτερική —παθητική— και την ίδια στιγμή ως εξωτερική. Αλλά αυτό που είναι ενδιαφέρον εδώ δεν είναι αυτό, μα κάτι άλλο: το κριτήριο του Χέγκελ για την διαλεκτική, το οποίου έχει τυχαία παρειφρύσει: “σε κάθε φυσική, επιστημονική και διανοητική ανάπτυξη”· εδώ έχουμε ένα ψήγμα βαθιάς αλήθειας μέσα στο μυστικιστικό κάλυμμα του εγελιανισμού!
Μόνο μετά απ’ αυτό, στις σημειώσεις που αφιερώνονται στην “υποκειμενική λογική”, συνειδητοποιεί ο Λένιν το γεγονός ότι το κριτήριο αυτό δεν είχε διαφύγει απ’ τον Χέγκελ λόγω “αβλεψίας”, αλλά αναπαριστά αυτή την “ενεργητική πλευρά” της “αισθαντικής ανθρώπινης δραστηριότητας”, “η οποία αναπτύσσεται με μονομερή τρόπο από τον ιδεαλισμό” (αντί απ’ τον υλισμό) και στην οποία αναφέρεται ο Μαρξ στην πρώτη απ’ τις “Θέσεις για τον Φόιερμπαχ.” Κατόπιν, ο Λένιν επαναδιατυπώνει την γνωσιακή διαδικασία όχι ως επαναπροσέγγιση του απτού, αλλά αντίθετα, ως διαδικασία αυξανόμενης αφαίρεσης (περιλαμβανομένων, ανάμεσα στα αποτελέσματά της, των φυσικών νόμων ως “επιστημονικών αφαιρέσεων”), ως μια διαδικασία που ανοίγεται προς την πρακτική, και που, αν συλληφθεί συνολικά, ανοίγεται προς την γνώση της αλήθειας. Δεν διστάζει πλέον να ταυτίσει “το αληθινό νόημα, την σημασία και τον ρόλο της λογικής για τον Χέγκελ” με την αποκάλυψη της δύναμης της σκέψης ως αφαίρεσης, με την απόσταση, συνεπώς, που την χωρίζει απ’ το αντικείμενο. Πρόκειται για μια απόσταση η οποία, κυριολεκτικά μιλώντας, δεν είναι απόσταση από οτιδήποτε, δεν έχει κανένα πάχος· αυτό σημαίνει πλέον “αντανάκλαση”, κάτι που αφομοιώνεται στην εργασία της σκέψης (η “διαμόρφωση εννοιών αφαίρεσης και οι λειτουργίες που επιτελούνται από αυτές”) ως διαδικασία που αποκαλύπτει την αντικειμενικότητα της υποκειμενικής γνώσης ως οργανικό κομμάτι της απο-κάλυψης του κόσμου.

Σημείωση:
* Μαχιστές: Οι φιλοσοφικοί οπαδοί του αυστριακού φιλοσόφου και φυσικού E. Mach. Με την ευρύτερη έννοια, ο Μαχισμός είναι ρεύμα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και μεθοδολογίας της επιστήμης που ο Mach επεξεργάστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και θεωρείται παραλλαγή του θετικισμού. Στη Ρωσία, οι οπαδοί του περιλάμβαναν τους V. Chernov, P. lushkevich, V. Bazarov, και A. Bogdanov, οι οποίοι προσπάθησαν να "συμφιλιώσουν" τον Μαρξισμό με τον Μαχισμό. Ο Λένιν ασκεί συνολική κριτική στον Μαχισμό στο Υλισμός και εμπειριοκριτισμός.

Τα προηγούμενα μέρη της μετάφρασης:
Πρώτο μέρος
Δεύτερο μέρος
Τρίτο μέρος
Τέταρτο μέρος
Πέμπτο μέρος
Έκτο μέρος
Έβδομο μέρος
Όγδοο μέρος
Ένατο μέρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου