Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Γεννημένοι πρωταθλητές;

Κυκλοφόρησαν, από την Ομοσπονδία Ευρωπαϊκών Εργοδοτικών Οργανώσεων (FedEE), οι μεικτές κατώτερες αμοιβές στον πυρήνα της Ευρωζώνης για το 2011.

Τα στοιχεία:

Λουξεμβούργο 1,757.56 ευρώ
Βέλγιο 1,498.87 ευρώ
Ιρλανδία 1499,33 ευρώ
Ολλανδία 1,424.40 ευρώ
Γαλλία 1,365.00 ευρώ
Αυστρία 1.000,00 ευρώ
Κύπρος 909,00 ευρώ
Ελλάδα 739,56 ευρώ
Μάλτα 664,95 ευρώ
Ισπανία 641,50 ευρώ
Σλοβενία 530,00 ευρώ
Πορτογαλία 485 ευρώ
Σλοβακία 317,00 ευρώ
Εσθονία 278,02 ευρώ
Για τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Φιλανδία δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Στο ιστολόγιο από όπου προέρχονται τα στοιχεία, (greekreporter.gr) αναφέρεται επίσης ότι "καθώς πλησιάζει η 16η Ιανουαρίου, ημερομηνία κατά την οποία αναμένεται η επίσκεψη των εκπροσώπων των δανειστών, εντείνονται και οι πιέσεις για συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, η οποία να οδηγεί σε μείωση του κόστους εργασίας [...] Για πρώτη φορά βρίσκεται στο τραπέζι και ο κατώτερος μισθός, το ύψος του οποίου επηρεάζει τις μέσες ετήσιες απολαβές των μισθωτών. "

Το ιστολόγιο συμπληρώνει: "Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι ο 8ος μεγαλύτερος ανάμεσα στις 14 από τις 17 χώρες της Ευρωζώνης, για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και ο 7ος μεγαλύτερος ανάμεσα στα 20 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία ισχύει αυτό το καθεστώς."

Ως "8ος μεγαλύτερος" (απ' τους 14), ο ελάχιστος ελληνικός μισθός δείχνει να έχει άπλετα περιθώρια περαιτέρω μείωσης σε ανταπόκριση στις πιέσεις. Ας πούμε, στα 530 ευρώ μεικτά που είναι στην Σλοβενία.

Ας εξετάσουμε τώρα κάποια άλλα στοιχεία.

Πρώτα, την ακρίβεια στις χώρες της Ευρωζώνης, που φυσικά μάς δίνει ένα θεμελίωδες στοιχείο για την πραγματική αξία του μισθού. Για το 2011 δεν εντόπισα στοιχεία. Για το 2010, η Insurance Daily μας πληροφορεί:

Πρώτη χώρα της Ευρωζώνης η Ελλάδα στην Ακρίβεια
Σύμφωνα με την ανάλυση των τιμών προϊόντων ευρείας κατανάλωσης , που πραγματοποίησε το ΕΛΚΕΚΑ και αφορούν τις Χώρες της Ευρωζώνης, για τον μήνα Ιούνιο-2010 σε σχέση με τον Ιούνιο-09, προκύπτει ότι η Έλλάδα κατέχει σταθερά την πρωτιά στις αυξήσεις, σε πολλά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης.

Συγκεκριμένα:
Η Ελλάδα πρώτη στον πληθωρισμό μέ 5,2% όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 1,4%
Η Ελλάδα πρώτη στην ένδυση με αύξηση 2,5% όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 0,3% .
Η Ελλάδα πρώτη στά καύσιμα με αύξηση 41,5% , όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 11,6%.
Η Ελλάδα πρώτη στις μεταφορές επιβατών μέ σιδηρόδρομο με αύξηση 36,6% ,όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 3,5%.
Η Ελλάδα πρώτη στις οδικές μεταφορές επιβατών με αύξηση 9,3% όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 1%.
Η Ελλάδα πρώτη στις καφετέριες και ξενοδοχεία με αύξηση 3,6% ,όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 1,2%.
Η Ελλάδα πρώτη στο καπνό με αύξηση 19,9% ,όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 5,4%.
Η Ελλάδα πρώτη στο κρασί με αύξηση 2,6% όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 0,5%
Η Ελλάδα πρώτη στη ζάχαρη, μέλι, ζαχαρώδη με αύξηση 2,4% όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι -0,3%
Η Ελλάδα πρώτη στη μπύρα με αύξηση 11,5% όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 0,8%
Η Ελλάδα πρώτη στις ασφαλίσεις μεταφορών με αύξηση 18% όταν ο Μ.Ο της Ε.Ε είναι 5,4%

(για άλλη πηγή στα Νέα, σειρά συναφών δημοσιευμάτων εδώ).

Λογικά, η πρωτιά στην ακρίβεια μας βοηθά να κατέβουμε αρκετά κάτω απ' την όγδοη θέση στους 14, στην δέκατη, για παράδειγμα, όπου βρίσκεται η Ισπανία, ή την τιμητική ενδέκατη της Σλοβενίας. Δεν ξέρω αν είναι εύκολο να συσχετιστούν ακριβώς τα διαθέσιμα στοιχεία για την ακρίβεια με αυτά του μισθού, και δεν μπορώ να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα για το πού μας κατατάσσουν στο πρωτάθλημα φτώχειας.

Ένα τρίτο στοιχείο που θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταστεί από κάποιον φιλότιμο οικονομολόγο είναι το αν και πώς μεταβάλλεται προς όφελός μας η βαθμολογία του πρωταθλήματος φτώχειας αν ληφθούν υπόψη χαράτσια, περικοπές, έκτακτες εισφορές και κρατήσεις από τους μισθούς στην τελευταία διετία.

Ένα τέταρτο αφορά τον Μ.Ο του ατομικού και οικογενειακού χρέους, το οποίο πρέπει να χρηματοδοτεί αυτός ο μισθός, καθώς και οι σχετικοί δείκτες όπως είναι τα τραπεζικά επιτόκια.

Ένα πέμπτο αφορά τις ώρες εργασίας που αντικατοπτρίζει ο μισθός που προκύπτει από όλους αυτούς τους εμπλεκόμενους παράγοντες.

Εδώ έχουμε κάποια στοιχεία, ή τουλάχιστον τα βρήκαμε σχετικά εύκολα στο Βήμα:
Στατιστικά στοιχεία που ανατρέπουν τις ευρέως διαδεδομένες πεποιθήσεις περί των «τεμπέληδων του Νότου» έδωσε την Τετάρτη στη δημοσιότητα το γαλλικό κέντρο οικονομικών ερευνών COE Rexecode σε συνεργασία με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία Eurostat. 
Σύμφωνα με την έρευνα που τιτλοφορείται «Πραγματική διάρκεια εργασίας στην Ευρώπη και τη Γαλλία» διαπιστώνεται ότι η ετήσια διάρκεια εργασίας στην Ελλάδα για όσους εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης ανήλθε στις 1971 ώρες ανά εργαζόμενο το 2010. Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι ο πραγματικός χρόνος απασχόλησης των μισθωτών (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) στην Ελλάδα είναι ο υψηλότερος στην ευρωζώνη μετά τη Μάλτα και ο έκτος κατά σειρά στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ενδεικτικά το αντίστοιχο μέγεθος στη Γερμανία ανήλθε στις 1904 ώρες ανά εργαζόμενο, στην Ιταλία στις 1813 ώρες, στην Ιρλανδία στις 1798 ώρες και στη Γαλλία (το δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο στην Ευρώπη μετά τη Φινλανδία) στις 1679 ώρες εργασίας ετησίως. 
Ως «πραγματικός χρόνος» υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος εργασίας ενός μισθωτού ανεξαρτήτως του νόμιμου χρόνου πλήρους εργασίας, δηλαδή συνυπολογίζονται και οι υπερωρίες.

Στην έκτη θέση στις 27 χώρες της ΕΕ βρίσκεται η Ελλάδα και στο χρόνο εργασίας των ελεύθερων επαγγελματιών (μη μισθωτών) με 2344 ώρες ετησίως. Ωστόσο σε αυτήν την κατηγορία τόσο η Γαλλία (2453 ώρες) όσο και η Γερμανία (2459 ώρες) βρίσκονται στην πρώτη τετράδα της κατάταξης.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται σημαντική μείωση του πραγματικού χρόνου εργασίας την τελευταία δεκαετία ενώ οι ερευνητές σημειώνουν ότι ελεύθεροι επαγγελματίες απασχολούνται έως και κατά 50% περισσότερες ώρες ετησίως σε σχέση με τους μισθωτούς. 
Το ερευνητικό κέντρο COE Rexecode σημειώνει ότι είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται ο πραγματικός και όχι ο ονομαστικός χρόνος εργασίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο χάρις στην ενδελεχή επεξεργασία υφιστάμενων δεδομένων της Eurostat. Το κέντρο ερευνών COE Rexecode συνεργάζεται σε μόνιμη βάση με το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο του Παρισιού.
Το τελικό συμπέρασμα δεν μοιάζει να είναι ιδιαίτερα ευοίωνο: αφενός τα δεδομένα της ακρίβειας και των ωρών εργασίας στους οποίους αντιστοιχεί ο μισθός δείχνουν πραγματική θέση αρκετά κάτω από την όγδοη στους δεκατέσσερις (ή έβδομη στους είκοσι), χωρίς να συνυπολογιστούν τυχόν επιπτώσεις ανακατάταξης που προκύπτουν από συγκριτικά δεδομένα ύψους ατομικού δανεισμού και περικοπών, έκτακτων εισφορών, κλπ· αφετέρου, η όγδοη (ή έβδομη) θέση προβάλλεται ακριβώς για να προετοιμάσει το έδαφος για προαποφασισμένες περαιτέρω μειώσεις μισθών.

Οι φιλελεύθεροι genius της οικονομίας χαιρετίζουν την όλη διαδικασία ως θετική για την "αύξηση της ανταγωνιστικότητας". "Αύξηση της ανταγωνιστικότητας" είναι ένας ωραίος τρόπος τού να λες "μείωση μισθών." Τώρα, το ωραίο στην υπόθεση είναι ότι σε ένα μοντέλο φιλελεύθερου καπιταλισμού, όλοι ανταγωνίζονται για την "αύξηση της ανταγωνιστικότητας", δηλαδή όλοι συναγωνίζονται με στόχο την μεγαλύτερη εφικτή μείωση μισθών. Και εφόσον σε κάθε ανταγωνισμό για το καλύτερο, όταν ζεις στον φιλελεύθερο καπιταλισμό, "the sky is the limit", σε ό,τι αφορά το ίδιο πράγμα, δηλαδή τον συναγωνισμό για το χειρότερο δυνατό για τους εργαζόμενους, το βαρέλι δεν μπορεί να έχει πάτο.

Το οποίο μού φαίνεται κάπως περίεργο, από μια άποψη, διότι κάποιος πρέπει και να καταναλώνει αυτά που παράγουν αυτοί με τους μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για κατούρημα σε δημόσια τουαλέτα. Αλλά τρόποι για να τονωθεί αυτή η κατανάλωση, κεϋνσιανιστικού τύπου λύσεις δηλαδή, ή εύρεση δεκτικών αγορών εκτός χώρας ή ευρωζώνης δεν φαίνονται πουθενά στον ορίζοντα, ούτε φαντάζουν πια εφικτοί. Και συνεπώς, εγώ δεν μπορώ να κατανοήσω πώς η παγκόσμια οικονομία θα σταματήσει να παραμένει στάσιμη ή και με αρνητικούς δείκτες ανάπτυξης, με αποτέλεσμα περαιτέρω πιέσεις για μειώσεις μισθών, και ούτω κάθε εξής, σε έναν ωραιότατο φαύλο κύκλο της κολάσεως. Της κολάσεως για τον εργαζόμενο δηλαδή. Γιατί το κεφάλαιο κάπως θα τα βγάλει βόλτα, δεν μπορεί. Μπογιόπουλος:
Το 1990 το ΑΕΠ της χώρας ήταν 38 δισ. ευρώ. Το 2007 ανήλθε στα 208 δισ. Δηλαδή, αυξήθηκε κατά 5,5 φορές. 
Το 1990 - σύμφωνα με τα στοιχεία του «ICAP» - τα κέρδη των επιχειρήσεων (ΑΕ και ΕΠΕ) ήταν 575 εκατομμύρια ευρώ. Το 2007 τα κέρδη των επιχειρήσεων είχαν εκτιναχθεί στα 16 δισ. ευρώ. Δηλαδή, αυξήθηκαν κατά 28 φορές. 
Το 1990 το ποσοστό των κερδών των επιχειρήσεων σε σχέση με το ΑΕΠ ήταν 1,5%. Το 2007 το ποσοστό των κερδών των επιχειρήσεων ανήλθε στο 7,7% του ΑΕΠ. Που σημαίνει ότι αυξήθηκε πάνω από 5 φορές, ισόποσα δηλαδή προς την αύξηση του ΑΕΠ. 
Το 1990, το βασικό ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ήταν 15 ευρώ. Το 2007 το βασικό μεροκάματο μόλις και μετά βίας είχε φτάσει στα 30 ευρώ.
*
Με άλλα λόγια: 
Σε μια περίοδο, που καλύπτει σχεδόν δύο δεκαετίες κατά τη διάρκεια των οποίων ο ελληνικός λαός πολλαπλασίασε με τη δουλειά του την περίφημη «πίτα», το αποτέλεσμα ήταν
από την κατά 5,5 φορές αύξηση του ΑΕΠ της χώρας,
τα κέρδη των καπιταλιστών να αυξηθούν κατά 28 φορές (!)
ενώ ο κατώτατος μισθός του εργάτη να «αυξηθεί» κατά μόλις 1 φορά!
Αν αυτό είναι η "αναπτυξιακή" φάση, σκέφτομαι μήπως η "υφεσιακή" είναι κάτι στο αντίστροφο: δηλαδή, αν το ΑΕΠ μειώνεται 0,5%, ο κατώτατος μισθός να μειώνεται, πχ,  30%, και τα κέρδη (η αύξηση κερδών, δηλαδή), πχ 1% -- με όλη την υπόλοιπη χασούρα (στην αύξηση κέρδους) να καλύπτεται από τη μείωση μισθών, την κάρπωση επιτοκίων, και την εξαφάνιση του πιο αδύναμου ανταγωνισμού, δηλαδή την ενίσχυση της τάσης προς το μονοπώλιο.

Δεν ξέρω, υποθέσεις κάνω. Μην με πούνε και λαϊκιστή!

3 σχόλια:

  1. Για Λουξεμβούργο, ουραγό στους χαμηλούς μισθούς (ουουου!), που για κάποιο παράδοξο λόγο είναι ανταγωνιστικό:

    Κατανομή πληθυσμού σε τομείς της οικονομίας: γεωργία: 2.2%; βιομηχανία: 17.2%; υπηρεσίες: 80.6% (2007)

    Βασική βιομηχανία: Τράπεζες με μυστικότητα και φοροαπαλλαγές για πλούσιους.

    Wikipedia:

    Banking is the largest sector in the Luxembourg economy. The country has specialised in the cross-border fund administration business. As Luxembourg's domestic market is relatively small, the country's financial centre is predominantly international. At the end of March 2009, there were 152 banks in Luxembourg, with over 27,000 employees. Political stability, good communications, easy access to other European centres, skilled multilingual staff, a tradition of banking secrecy and cross-border financial expertise have all contributed to the growth of the financial sector. Germany accounts for the largest-single grouping of banks, with Scandinavian, Japanese, and major U.S. banks also heavily represented. Total assets exceeded €929 billion at the end of 2008. More than 9,000 holding companies are established in Luxembourg. The European Investment Bank—the financial institution of the European Union—is also located there.
    Concern about Luxembourg's banking secrecy laws, and its reputation as a tax haven, led in April 2009 to it being added to a "grey list" of nations with questionable banking arrangements by the G20 [1].

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. υπάρχει άλλη μια παράμετρος που συζητιέται και δεν την πιάνεις καθόλου στην ανάρτηση, που είναι το θέμα με το λεγόμενο μη μισθολογικό κόστος, τις επιβαρύνσεις δηλαδή του εργοδότη που δεν φτάνουν άμεσα στο χέρι του εργαζομένου, κατά κύριο λόγο δηλαδή τις ασφαλιστικές εισφορές. Εδώ μπορείς να δεις ορισμένα συγκριτικά στοιχεία που δίνει το αμερικάνικο υπουργείο εργασίας για τους βιομηχανικούς εργάτες, και είναι αρκετά αποκαλυπτικά νομίζω: http://www.theatlanticcities.com/jobs-and-economy/2012/01/which-countries-pay-blue-collar-workers-most/818/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @imwrong: Οι "κρατήσεις" δεν περιλαμβάνουν τις ασφαλιστικές εισφορές ορολογικά; Το λέω γιατί είχα υπόψη και τις ασφαλιστικές εισφορές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή