Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Alain Badiou-Περί πολιτικής διαφθοράς

Alain Badiou
Τίνος πράγματος το όνομα είναι το "Σαρκοζί";

[…] Η συνεχής προσχώρηση στις ‘μπίζνες’, την μυστική διπλωματία και τις ύποπτες συμφωνίες, όπως και η ανοιχτή επίδειξη της δύναμης του χρήματος, το δυνητικά απέραντο σύμπαν που ανοίγεται από τον πλούτο — όλα αυτά δημιουργούν ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του Σαρκοζί: πιστεύει προφανώς ότι όλος ο κόσμος μπορεί να διαφθαρεί. Έχει έρθει η στιγμή, και διεκδικεί τη δόξα για αυτό, να φανεί ότι η διαφθορά δεν είναι περιφερειακού χαρακτήρα βίτσιο. Τι στραβό έχει το να αγοράζεις, το να αγοράζεσαι, ποιό το κακό στις χρηματικές αποζημιώσεις, τα οφίκια, τα γιώτ, τα πολυτελή δώρα; Με τον Σαρκοζί ανοίγει μια νέα σελίδα σε ό,τι αφορά τους δεσμούς ανάμεσα στην πολιτική και τη διαφθορά: η εξάλειψη κάθε ιδέας ότι είναι εφικτό να είναι κανείς —όπως αποκαλέστηκε ο Ροβεσπιέρος— “αδιάφθορος”.

Η διαφθορά είναι κλασικό θέμα στην αντικοινοβουλευτική προπαγάνδα, ιδιαίτερα αυτή της άκρας δεξιάς: το σκάνδαλο Παναμά και η υπόθεση Σταβίνσκι κατά την Τρίτη Δημοκρατία, το σκάνδαλο του εθνικού νομίσματος στην Ινδοκίνα κατά την Τέταρτη Δημοκρατία, και, κάτω από την Πέμπτη Δημοκρατία, ο Μπερνάρ Ταπί, ο Μισέλ Νουάρ, ο Ρολάν Ντυμά και τόσοι άλλοι, περιλαμβανομένου ίσως του ίδιου του Σιράκ. “Όλοι τα παίρνουν” είναι η συνοπτική ετυμηγορία της τυπικής μηντιακής παρουσίασης των δεσμών ανάμεσα στο χρήμα και τους πολιτικούς. Εγώ βέβαια, όπως άλλωστε και ο Ροβεσπιέρος, θα μιλήσω περί διαφθοράς σε πολύ διαφορετικό επίπεδο. Και παρομοίως είναι πολύ διαφορετικό το επίπεδο στο οποίο δημιουργείται μια μακροπρόθεσμη εντύπωση στην κοινή γνώμη, ακόμα και στο εκλογικό σώμα. Από όλους τους δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, και διαφόρους επισήμους που έχουν επανεκλεγεί παρά τις κατηγορίες ή υπόνοιες για διαφθορά, το κατεξοχήν παράδειγμα είναι το ζεύγος Μπαλκανί. Το 2002 ήταν ένας πειρασμός να αντιπαραθέσει κανείς τον ενάρετο Ζοσπέν με τον (φαινομενικά) διεφθαρμένο Σιράκ. Αλλά ούτε οι έπαινοι ούτε η οργή που προέκυψαν δεν τους απέτρεψαν από τα να βρεθούν σε εξίσου άσχημη θέση στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών. Θα πρέπει να κοιτάξουμε μακρύτερα λοιπόν. Και μάλλον ψηλότερα.

Είμαστε στο 1793, και η Επανάσταση βρίσκεται σε δεινή θέση. “Τι θέλουν αυτοί που δεν επιθυμούν ούτε Τρομοκρατία ούτε Αρετή;’, ρωτάει ο Σεν Ζυστ. Μια τρομακτική ερώτηση, στην οποία η πρακτική των Θερμιδοριστών θα δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση: θέλουν την αποδοχή ως φυσικού ενός βαθμού διαφθοράς. Αντί για Επαναστατική Δικτατορία, θέλουν ‘ελευθερία’, δηλαδή το δικαίωμα να κάνουν μπίζνες, και να ανακατεύουν τις μπίζνες τους με τη δουλειά του κράτους. Αντιτάχθηκαν εξίσου στην ‘τρομοκρατική’ και ‘ανελεύθερη’ καταστολή ύποπτων συναλλαγών και στην ενάρετη υποχρέωση να λαμβάνουμε υπόψη το κοινό καλό. Ο Μοντεσκιέ σημείωνε ήδη ότι η δημοκρατία, δίνοντας σε όλους το δικαίωμα σε ένα κομμάτι εξουσίας, ήταν ευάλωττη στην διαρκή σύγχυση των ιδιωτικών συμφερόντων και του δημόσιου καλού. Έκανε την αρετή υποχρεωτική προδιάθεση των κυβερνήσεων αυτού του τύπου. Εφόσον είναι εντολοδόχοι χωρίς άλλη εγγύηση από την ψήφο, οι κυβερνώντες πρέπει υπό μία έννοια να ξεχάσουν τους εαυτούς τους και να καταστείλουν τις δικές τους τάσεις να ασκούν εξουσία σαν να επρόκειτο για ζήτημα προσωπικής ηδονής ή απόλαυσης που παρεπιδημεί στα κυρίαρχα στρώματα (στους πλουσίους δηλαδή κατά κανόνα).

Η ιδέα αυτή έχει τις απαρχές της στον Πλάτωνα. Στην δραστική του κριτική ενάντια στη δημοκρατία, ο Πλάτωνας σημείωνε ότι, από την οπτική γωνία μιας τέτοιας διακυβέρνησης, το καθήκον της πολιτικής είναι ο έλεγχος της αναρχίας των υλικών επιθυμιών. Και κατά συνέπεια, η δημοκρατική κυβέρνηση δεν είναι κατάλληλη για να παρέχει τις υπηρεσίες της σε καμία αληθή ιδέα, εφόσον η δημόσια εξουσία τίθεται στην υπηρεσία των επιθυμιών και της ικανοποίησής τους, δηλαδή, τελικά, στην υπηρεσία της οικονομίας με την ευρεία έννοια του όρου. Συνεπώς υπακούει σε δύο μόνο κριτήρια: τον πλούτο, ο οποίος προσφέρει τα σταθερότερα αφηρημένα μέσα για την ικανοποίηση αυτή, και τη γνώμη, η οποία καθορίζει τα αντικείμενα της επιθυμίας και την εσωτερική ισχύ δια μέσω της οποίας ο κόσμος πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να ιδιοποιηθεί τα αντικείμενα αυτά.

Οι Γάλλοι επαναστάτες, που ήταν ρεπουμπλικάνοι και όχι δημοκράτες, ονόμασαν “διαφθορά” την καθυποταγή της κυβερνητικής εξουσίας στο επιχειρηματικό κριτήριο. Σήμερα έχουμε πειστεί τόσο πολύ ότι τα κύρια αντικείμενα της διακυβέρνησης είναι η οικονομική ανάπτυξη, το επίπεδο διαβίωσης, η αφθονία των προϊόντων, η άνοδος της αξίας των μετοχών, η αύξηση του κεφαλαίου και η αιώνια καλοπέραση των πλουσίων, ώστε να μας είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοούσαν οι επαναστάτες με τον όρο “διαφθορά.” Δεν ήταν τόσο αναφορά στο γεγονός ότι κάποια συγκεκριμένα άτομα πλούτιζαν μέσω της εκμετάλλευσης θέσεων εξουσίας, αλλά στη γενική ιδέα, την λειτουργία της γνώμης, που συνίσταται στην διαβεβαίωση ότι ο πλουτισμός, είτε συλλογικός είτε ατομικός, είναι ο φυσικός σκοπός της πολιτικής δράσης. Η “διαφθορά” υπ’ αυτή την έννοια είναι ό,τι εκφράζει το διάσημο σλόγκαν του Γκουϊζό: “Πλουτίστε!”

Έχουμε διαφορετικό σλόγκαν σήμερα; Δεν δέχονται όλοι ότι η κατάσταση της οικονομίας καθορίζει τις εκλογικές προδιαθέσεις, ώστε τα πάντα να εξαρτώνται από την ικανότητα να κάνεις τον μέσο πολίτη τουλάχιστον να πιστεύει ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν για τις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις φτάνει να ψηφίσει σωστά; Και ότι συνεπώς η πολιτική είναι κάτι που δεν αφορά τίποτε παραπάνω από το συμφέρον των υποκειμένων της;

Από αυτή τη σκοπιά, η διαφθορά δεν είναι κάτι που απειλεί τη λειτουργία της δημοκρατίας. Είναι η γνήσια ουσία της δημοκρατίας. Το αν οι πολιτικοί είναι προσωπικά διεφθαρμένοι ή όχι με την καθημερινή έννοια του όρου δεν έχει καμμία σχεδόν σημασία σε ό,τι αφορά αυτή την θεμελιώδη διαφθορά. Στο επίπεδο αυτό, ο Ζοσπέν και ο Σιράκ είναι εκφραστές του ίδιου πράγματος.

Ήδη στις απαρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην Ευρώπη, ο Μαρξ παρατήρησε ότι οι κυβερνήσεις που διορίζονται από την ισχύ του καθολικού δικαιώματος ψήφου είναι απλώς οι βάσεις της δύναμης του Κεφαλαίου. Είναι τέτοιες πολύ περισσότερο σήμερα από ότι τότε! Διότι αν δημοκρατία σημαίνει αντιπροσώπευση, η αντιπροσώπευση του γενικού συστήματος είναι το πρώτο πράγμα που φέρει την μορφή του Κεφαλαίου. Με άλλα λόγια: η εκλογική δημοκρατία είναι αντιπροσωπευτική μόνο στο βαθμό που είναι πρωτίστως η συναινετική αντιπροσώπευση του καπιταλισμού, ή αυτού που σήμερα έχει μετονομαστεί σε “οικονομία της αγοράς”. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφθορά της, και δεν είναι ασήμαντο ότι ο μεγάλος ανθρωπιστής στοχαστής Μαρξ, αυτός ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού, πίστευε ότι είναι απαραίτητο να εναντιωθούμε σε μια τέτοια “δημοκρατία” με μια μεταβατική δικτατορία, την οποία και αποκάλεσε δικτατορία του προλεταριάτου. Η “δικτατορία” είναι βέβαια ένας βαρύς όρος, αλλά ρίχνει φως στις επιπλοκές της διαλεκτικής μεταξύ αντιπροσώπευσης και διαφθοράς.

Αυτό που αποτελεί πρόβλημα είναι βέβαια ο ορισμός της δημοκρατίας. Όσο παραμένουμε πεπεισμένοι, όπως οι Θερμιδορικοί και οι φιλελεύθεροι απόγονοί τους, ότι η δημοκρατία συνίσταται στην ελεύθερη διακίνηση των συμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων ή ατόμων, θα τη βλέπουμε να ολισθαίνει, αργά ή γρήγορα σύμφωνα με τις περιστάσεις, σε απέλπιδη διαφθορά. Η γνήσια δημοκρατία, η οποία είναι νομίζω αυτό που πρέπει να κρατήσουμε ζωντανό, είναι αρκετά διαφορετική έννοια.[*] Είναι η ισότητα απέναντι στην Ιδέα, την πολιτική Ιδέα. Για πολύ καιρό, για παράδειγμα, αυτό σήμαινε την επαναστατική ή κομμουνιστική Ιδέα. Είναι η κατάρρευση αυτής της Ιδέας που ταυτίζει την “δημοκρατία” με την γενική διαφθορά.

Ο εχθρός της δημοκρατίας δεν ήταν τόσο ο δεσποτισμός του ενός κόμματος (γνωστός και ως “ολοκληρωτισμός”) αλλά το γεγονός ότι ο δεσποτισμός αυτός έβαλε τέλος στην πρώτη αλληλουχία της κομμουνιστικής Ιδέας. Η μόνη πραγματική ερώτηση είναι πώς θα ανοιχθεί μια δεύτερη αλληλουχία της Ιδέας αυτής, και πώς θα κυριαρχήσει επί του παιχνιδιού των συμφερόντων με άλλους τρόπους από αυτόν της γραφειοκρατικής τρομοκρατίας. Χρειάζεται ένας νέος ορισμός, με άλλα λόγια, και μια νέα πρακτική αυτού που ονομαζόταν “δικτατορία” (του προλεταριάτου). Ή πάλι, και είναι στο τέλος το ίδιο πράγμα, χρειάζεται μια νέα χρήση του όρου “αρετή.”

Αυτός ο δρόμος δεν είναι ακόμα ο δρόμος που ανοίγεται πιο ξεκάθαρα μπροστά μας. Με τον Σαρκοζί, η αναγκαιότητα της διαφθοράς με την θεωρητική της έννοια, με άλλα λόγια ως αρμονία που αναμένεται να επικρατεί μεταξύ ιδιωτικών συμφερόντων και δημόσιου καλού, δεν χρειάζεται να κρύβεται πλέον και μάλλον αναζητά να εκτεθεί ξεκάθαρα στην κοινή θέα. Βρισκόμαστε πλέον μακριά από τον Μιτεράν, που αν και ήταν πολύ ανεκτικός απέναντι στη διαφθορά, και αν και γνώριζε καλά ότι είναι απαραίτητη στον κόσμο στον οποίο ζούμε, συμβούλευσε τον Μπερνάρ Ταπί να μην την εμπιστεύεται, λέγοντάς του ότι “οι Γάλλοι δεν αγαπούν το χρήμα.” Ο βασικός αγώνας που δίνει ο μεγάλος μας Σαρκοζί είναι να επιμένει να μας πείσει ότι μπορούμε, και πρέπει, να αγαπούμε το χρήμα. Ότι πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε την αγάπη αυτή ως ντροπιαστικό μυστικό και πρέπει να καταστείλουμε και πάλι την ατυχή σύνδεση του χρήματος με τα κόπρανα που με τόση οξύνεια αποκάλυψε ο Φρόυντ. Η περίφημη υπόθεση του Ανθρώπου-Αρουραίου, όπως μπορείτε να διαβάσετε στις Σημειώσεις για μια Περίπτωση Νευρωτικής Εμμονής του Φρόυντ, ήταν μια επίσης πρωκτική υπόθεση.

“Σε τέτοια δυστυχία, τι σου απομένει;” ρωτάνε την Μήδεια του Κορνέιγ οι έμπιστοί της. Και αυτή απαντάει με τα θεσπέσια λόγια: “Ο εαυτός μου! Ο εαυτός μου λέω, και αυτό είναι αρκετό!” Η Μήδεια έχει ακόμη το θάρρος να αποφασίσει για την δική της ύπαρξη. Προτείνω συνεπώς την ακόλουθη ιδέα: αν ο “πεταινισμός” αντιπροσωπεύει το υπερβατικό των πιθανών καταπτώσεων στη χώρα μας, τη λογική σταθερά της διαφθοράς της, τότε κάθε θάρρος είναι θάρρος να μην είμαστε πεταινιστές. Αυτός είναι ο πιο στενός ορισμός. Στο κάτω-κάτω, ορίζει το θάρρος της κατά κυριολεξία Αντίστασης, πριν απ' το 1944. Η επιλογή της προσχώρησης στην Αντίσταση ήταν επιλογή του πραγματικού σημείου το οποίο έπρεπε να αδράξει το θάρρος, ενός στοιχείου που ήταν το ακριβές αντίθετο του πεταινισμού. Δεν ήταν αρκετό να είσαι ενάντια στον ναζισμό και την κατοχή για να προσχωρήσεις στην Αντίσταση. Αυτό που ήταν απαραίτητο ήταν η αποστροφή για τον πεταινισμό, αυτή την ιδιαζόντως γαλλική μόλυνση της υποκειμενικότητας.

Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να σημειώσουμε ότι ο πεταινισμός δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην ηγεσία των συνεργατών του κατακτητή ανάμεσα στο 1940 και το 1944. Όπως προκύπτει από τους ορισμούς που έχω δώσει, ο πεταινισμός είναι μορφή μαζικής υποκειμενικότητας. Αν θέλουμε να ορίσουμε με θετικό τρόπο ό,τι ανθίσταται στην παθητική μόλυνση υπό την μορφή αυτή, δεν είναι αρκετό να βλέπουμε την Αντίσταση απλώς ως αντίθεση στον Ναζισμό και την πεταινική συνενοχή. Πρέπει μάλλον να την ορίσουμε καταφατικά, με όρους θάρρους ως προς την προσκόλληση σε ένα σημείο που διαφέρει απόλυτα από ό,τι εκπροσωπούσε ο πεταινισμός. Και αυτή ακριβώς είναι η προσέγγιση που σας έχω προτείνει στα πλαίσια της εκλογής Σαρκοζί.

Για να στηρίξω αυτή την ένταση, είναι χρήσιμο να διαψεύσω το πεταινικό δόγμα του σε τι συνίσταται το ατυχές γεγονός που μας παρουσιάζεται ως απαρχή της σύγχρονης παρακμής: σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον Πεταίν είναι το Λαϊκό Μέτωπο, σε ό,τι αφορά τον Σαρκοζί, ο Μάης του 68. Οποιοσδήποτε δράττει ένα σημείο διαφορετικό από την πεταινική συναίνεση πρέπει να μοιραστεί, μέσω μια προσωπικής αλληγορίας, μια δημόσια επίκληση χαρούμενων γεγονότων. Είναι σημαντικό η υποκειμενική εμμένεια να μην έχει τον επιθετικό, τεθλιμμένο και αστυνομευτικό χαρακτήρα που ισχυρίζεται ότι επανορθώνει τις συνέπειες ενός ατυχούς συμβάντος, αλλά ένα χαρακτήρα που να επιβεβαιώνει την δημιουργική πιστότητα σε κάποιο χαρούμενο συμβάν στην προσωπική και πολιτική ζωή. Ένας εκρηκτικός έρωτας, για παράδειγμα, ή η εξάλειψη της δουλείας κατά τη μαύρη εξέγερση του 1793 στην Αϊτή, ή το αρχικό συναίσθημα που σου δίνει η κατανόηση επιτέλους της φωτεινής απόδειξης ενός πολύ δύσκολου μαθηματικού θεωρήματος. Ή η συγκλονιστική ενατένιση ενός αφηρημένου πίνακα ζωγραφικής. Ή ο Μάης του 68, φυσικά. Το δικό μας καθήκον είναι αυτό που μου αρέσει να αποκαλώ “αντίσταση”, δεδομένου όμως του ότι η αρχή του θάρρους και τα εμβληματικά συμβάντα τα οποία επικαλείται τούτο το θάρρος είναι καταφατικά.

Αυτοί που αναρτούν μεσίστια την σημαία της παρακμής, αυτοί που παρουσιάζονται ως ικανοί να αποκαταστήσουν χαμένες δόξες, πρέπει πάντα να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία. Οι προθέσεις τους δεν είναι αγνές. Οποιοσδήποτε ισχυρίζεται αληθινά ότι είναι με την πλευρά της δημιουργίας, της κατάφασης και του συλλογικού μέλλοντος ισότητας —με την πλευρά των αληθειών, με άλλα λόγια— πρέπει μάλλον να επικαλείται τις αλήθειες εκείνες που μας έχουν ήδη (και ωσάν μέσα στα άχρονα συγκείμενα αυτού που προτείνεται εδώ) δώσει τη χαρά να εμφανιστούν μπροστά μας σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο, με την μοναδική ισχύ της οικουμενικότητάς τους.

Θα πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι η σωτηρία δεν πηγάζει ποτέ από την μίμηση κάποιου εξωγενούς μοντέλου. Εμείς, που οι σημαίες μας έχουν σαν διακόσμηση αλληγορίες του χαρούμενου στοιχείου, ευαρεστούμαστε όταν οποιοσδήποτε άλλος ο οποίος ξεφεύγει από το πεταινικό στοιχείο τις ιδιοποιείται. Ήταν ένα από τα πιο καταθλιπτικά στοιχεία των τελευταίων εκλογών το γεγονός ότι και οι δύο αντίπαλοι επικαλέστηκαν τον Μπλερ. Υπάρχει μια κινεζική έκφραση που αγαπώ, και η οποία περιγράφει δύο συνενόχους που σκαρώνουν κάτι κακό. Οι Κινέζοι λένε, “Αυτοί οι δυο είναι ασβοί απ’ την ίδια πλαγιά.” Και πράγματι, η Ρουαγιάλ και ο Σαρκοζί, όπως και οι Μπλερ και Μπους, ήταν ασβοί από την ίδια πλαγιά.

Με αρνητική εκφορά του λόγου, χρειάζεται μόνο να πούμε: “Ούτε αρουραίος, ούτε ασβός.”

[*]Πράγματι θεωρώ ότι πρέπει να διατηρήσουμε μια θετική χρήση του όρου “δημοκρατία” και όχι να τον εγκαταλείψουμε ολότελα στην εκπόρνευσή του από τον καπιταλιστικο-κοινοβουλευτισμό. Έχω ήδη διασαφηνήσει το σημείο αυτό στο βιβλίο μου Μεταπολιτική. Με την γενικότερη έννοια, προτιμώ την προσπάθεια για τον επανακαθορισμό των ονομάτων από την καθαρή εφεύρεση και δημιουργία νέων ονομάτων, ακόμα και όταν η δεύτερη είναι απαραίτητη. Για αυτό και διατηρώ χωρίς δισταγμό, και παρά την σκοτεινή εμπειρία του περασμένου αιώνα, την ωραία λέξη “κομμουνισμός.”

Αρχική δημοσίευση (και μετάφραση): Radical Desire

1 σχόλιο:

  1. Στο απυρόβλητο, έχοντας αναπτύξει ισχυρές διασυνδέσεις στην πολιτική, τις διωκτικές Αρχές και τη θεωρούμενη «καλή κοινωνία» της Θεσσαλονίκης, παρέμενε για τουλάχιστον μία δεκαετία το κύκλωμα των εκβιαστών που εξαρθρώθηκε στη Βόρεια Ελλάδα.
    Τα μέλη τεσσάρων εγκληματικών οργανώσεων, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της Αστυνομίας και το κατηγορητήριο ύστερα από πολύμηνες έρευνες και καταγραφές των τηλεφωνικών επικοινωνιών τους, επί χρόνια απειλούσαν, άρπαζαν επιχειρήσεις, ξυλοκοπούσαν, απήγαν και ωθούσαν στην αυτοκτονία επιχειρηματίες, στους οποίους δάνειζαν χρηματικά ποσά με υπέρογκους τόκους. Μέρος των κερδών που υπολογίζεται ότι υπερβαίνουν τα 50 εκατ. ευρώ, μεταφερόταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία είτε ξεπλενόταν με την αγορά κερδισμένων δελτίων στοιχήματος του ΟΠΑΠ.
    Το κύκλωμα είχε καταφέρει να διαθέτει τους δικούς του ανθρώπους σε καίριες θέσεις. Μεταξύ των 53 συλληφθέντων βρίσκονται δικηγόροι, γιατρός, δημοσιογράφος, αστυνομικοί, στέλεχος του ΣΔΟΕ, αθλητές, ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων, τραπεζικοί. Τουλάχιστον 200 επιχειρηματίες και ιδιώτες διαπιστωμένα έχουν πέσει θύματα των τεσσάρων εγκληματικών ομάδων. Τρία στοιχεία οδήγησαν τις Αρχές στο ξετύλιγμα του κουβαριού: η σύλληψη προσώπου που στο παρελθόν είχε εμπλακεί με τα διοικητικά ποδοσφαιρικής ομάδας έδωσε μια πρώτη ιδέα, ακολούθησε η κατάθεση επιχειρηματία-θύματος που επέλεξε να πάει στις Αρχές και το σημείωμα το οποίο άφησε πίσω του επιχειρηματίας που αυτοκτόνησε από την πίεση των εκβιαστών.
    http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4688231

    ΑπάντησηΔιαγραφή