Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Πλεόνασμα

Κύριε τραπεζίτη, βοηθήστε με.
Έχω ένα πλεόνασμα θανάτου.
Έχει δυο χρόνια τώρα που οι άνθρωποι
πεθαίνουν γύρω μου σαν τις μύγες. Έχω χώσει
θάνατο κάτω απ’ το στρώμα μου,
μέσα στα συρτάρια μου, σε κάτι παλιές κάλτσες,
σε κάτι γλάστρες με μαραμένο βασιλικό,
μα όλο περισσεύει.

Η ομπρέλα μου η μαύρη
—αυτή που περισσότερο δανείζω παρά κρατώ—
στάζει θάνατο. Τα παπούτσια μου στάζουν θάνατο.
Τα μαλλιά μου, σήμερα το πρόσεξα, στάζουν θάνατο.
Το βλέμμα μου στάζει θάνατο.

Δεν έχω πια τι να τον
κάνω τόσο θάνατο. Με βαραίνει σαν κάποιου είδους
πλούτος, γεωμετρικώς αυξανόμενος. Κι οι μετοχές
του όλο και ανεβαίνουν. Σήμερα κουβάλαγα τόσο
θάνατο που βυθίστηκα μπροστά
στα μάτια έκπληκτων περαστικών
στο χώμα. Δεν είχε καν βρέξει, καταλαβαίνετε,
η καθημερινότητά μου έχει καταστεί απρόβλεπτος.

Στην ηλικία που έχω εισέλθει βλέπετε,
έρχεται φυσικώς η αποταμίευσις, τα πλεονάσματα,
οι καταθέσεις. Δεν ξοδεύονται εύκολα
τα πράγματα. Στερεύουν μία-μία οι ιδέες για
παραγωγικές επενδύσεις. Επιστρέφει μια
πρωτόγονος οικονομία.

Κι εγώ κατήντησα
σπαγγοραμένος, να συσσωρεύω
άθελά μου τόσες μάταιες εγχειρήσεις, τόσα
βουναλάκια από χώμα, τόσα θλιβερά λουλούδια,
τόσα βλέμματα κατανοήσεως, τόση βουβή,
ή ακατάσχετα ομιλητική —τι σημασία έχει! —
θλίψη, τόσα μαύρα κοστούμια, που μα το Θεό,
κύριε τραπεζίτη, πιστέψτε με, θα προτιμούσα
να ’μαι φτωχός σα βρέφος!

San Michele

Μάνος Λοϊζος - Σεβάχ ο θαλασσινός

Η μικρή πλάση

Είναι πια ζήτημα κλίμακας: κάθε μέρα, μερικοί
άνθρωποι μικραίνουν και μικραίνουν.
Μόνο με μεγενθυντικό φακό φαίνονται τώρα οι ζωές τους· να,
αυτός ο κύριος, συνταξιούχος κατά τα φαινόμενα, που κοιτάζει
τους τίτλους των εφημερίδων στο περίπτερο,
δεν είναι μεγαλύτερος
από ένα σημείο στίξης στην στήλη κάτω δεξιά.
Αυτή η γυναίκα που κλαίει πάνω απ' τον λογαριασμό
της υπεραγοράς πνίγεται ήδη, τοσοδούλα, μέσα σε σταγόνες
από αλάτι και νερό. Αυτό το κορίτσι που μαζεύει
ένα φόρεμα ή ένα παντελόνι έχει λιγοστέψει τόσο
που το μπερδεύεις με το κεφάλι της καρφίτσας. Αυτός
ο εργάτης που μετράει κέρματα στην χούφτα του
πριν παραγγείλει καφέ κρύβεται πίσω από
μπακιρένιο φεγγάρι, αξίας πέντε σεντ. Και σαν να μην έφταναν
αυτά τα ατυχή γεγονότα, η ποίηση παραμένει υψιπετής,
σε μια απόσταση απ' τα πράγματα που ισοδυναμεί
με αβλεψία. Κι έτσι
το ποίημα φουσκώνει και φουσκώνει σαν σουφλέ
που ετοιμάζεται στον φούρνο για ροδομάγουλη οικογένεια
από Πανταγκρουέλ, αντί να έρχεται από μακριά,
με το τρένο, καθώς εσύ περιμένεις στον σταθμό
ξυλιάζοντας και καπνίζοντας αρειμανίως, αντί να έρχεσαι
εσύ πίσω στον εαυτό σου από μακριά, από εκεί
που σε ξέχασες, από μια εξορία όπου έζησες
αποκηρυγμένος, γεμίζοντας με κάτι βρώμικα γένια,
το παντελόνι να σού πέφτει κάθε τόσο επειδή
δεν τρως καλά κι έχασες βάρος. Κι έτσι το ποίημα
στρώνεται στο τραπέζι αντί να συντροφεύει μια μπάλα
χνούδι κάτω απ' τον καναπέ, να νιώθει την ανατριχίλα
που πιάνει τη στάχτη στο τασάκι όταν φυσά
ή να μιλά με τα ξεχασμένα πράγματα πίσω απ' το ψυγείο.
Κάποτε όμως θα πρέπει να μιλήσουνε --ψιθυριστά, ψιθυριστά!--
τα αδιαφοροποίητα πράγματα, η μικρή πλάση,
όσα φοβούνται τη σόλα των παπουτσιών,
το ύπουλο πλησίασμα της παντόφλας, όσα αναδεύει
το σάρωθρο των μεγάλων ανθρώπων άμα πει
να καθαρίσει το τοπίο εκεί, χαμηλά. Κάποτε, λέω,
μιλώντας βέβαια από απόσταση
γιατί καθώς έγραφα αντιλήφθηκα πως έγινα κι εγώ
μια κουκίδα, κάποιος που μόλις
και διακρίνω μακριά μέσα στο χιόνι.
Έρχεται ή φεύγει αυτός που βλέπω;
Αυτό ακόμα δεν μπορώ
να το γνωρίζω.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Κοκτέιλ Μολότωφ #91

Δύο στοιχεία από το ειδησεογραφικό είδος της "κρίσης" -- πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, και για ένα διακριτό ειδησεογραφικό είδος, με τους δικούς του αναπαραστατικούς και αφηγηματικούς κανόνες, οι οποίοι χρήζουν συστηματικότερης εξέτασης:

α) διαρκείς εικόνες του χρήματος --χάρτινου ή σε κέρματα-- σε αφθονία, είτε από νομισματικοπεία, είτε σε ταμειακές μηχανές και συρτάρια. Είναι το κατεξοχήν ειρωνικό οπτικό σημαίνον της ειδησεογραφίας της κρίσης: αυτό που παρουσιάζεται ως εκλείπον στο επίπεδο της ρητής δήλωσης (ελείμματα, "μαύρες τρύπες", χρέος) είναι πάντα παρόν στο επίπεδο της εικόνας. Συνεπαγωγή: η κρίση αφορά το χρήμα (και όχι το κεφάλαιο, ούτε την εργασία)· είναι ένα φαινόμενο που κινείται αποκλειστικά της χρηματικής αφαίρεσης, η οποία είναι ταυτόχρονα παρούσα και απούσα, σημείο πληρότητας και σημείο έλλειψης.

β) οι διαρκείς αναφορές στην "αγορά" και η εξόφθαλμα αλλοτριωτική σημασία του όρου: στην "ειδησεογραφία" η "αγορά" δεν επενδύεται μόνο ως απρόσωπος μηχανισμός με ανθρώπινα αισθήματα (ανησυχεί, είναι ανασφαλής, ανακουφίζεται, είναι αισιόδοξη), αλλά τα αισθήματα αυτά είναι, ως επί το πλείστον, τα ακριβώς αντίστροφα του τηλεθεατή: όταν ο τηλεθεατής ακούει για μέτρα που τον πανικοβάλλουν, ακούει ταυτόχρονα ότι η "αγορά" αισιοδοξεί· όταν κάποια μορφή αντίδρασης δίνει στον τηλεθεατή ελπίδα, η "αγορά" βυθίζεται στη μαύρη απελπισία. Ο τηλεθεατής έχει πια συνηθίσει την ιδέα αυτού του αλλόκοτου πλάσματος χωρίς πρόσωπο, που κατέχει την κυρίαρχη εξουσία επί ζωής και θανάτου, και το οποίο σκέφτεται και κινείται σε βάση εντελώς αντίστροφη απ' τη δική του· και την ίδια στιγμή, φυσικά, αναρωτιέται, για ποιον λόγο ο ίδιος ως καταναλωτής δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτή την διαβόητη "αγορά", γιατί, κατ' επέκταση, δεν συμπεριλαμβάνεται ο διπλανός του. Και αναρωτιέται ποιος στ' αλήθεια είναι και που ζει αυτή "η αγορά" που σκέφτεται και αισθάνεται τα αντίθετα από ότι ο ίδιος, ώστε, με τα λόγια ενός τραγουδιού του Θ. Παπακωνσταντίνου, να "μαραίνεται απ' το γέλιο του" και να "πίνει απ' τα δάκρυά του." Ποτέ στην πρόσφατη ιστορία δεν έχει αλλοτριωθεί τόσο βίαια η υποτιθέμενη εξάρτηση του ατόμου από την δική του εργασία και την δική του οικονομική διαγωγή. Η "αγορά" υπέχει πια το στάτους των καπριτσιόζικων και απρόβλεπτων Θεών των αρχαίων.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Για την αυτοκινητοπομπή αλληλεγγύης στους απεργούς της Ελληνικής Χαλυβουργίας

Αυτοκινητοπομπή αλληλεγγύης στους απεργούς της "Ελληνικής Χαλυβουργίας" πραγματοποιήθηκε χτες (27/11) στον Ασπρόπυργο από σωματεία βάσης, εργατικές συλλογικότητες και συντρόφους/ισσες. Οι περίπου 400 ανυποχώρητοι απεργοί, που συνεχίζουν για 28η μέρα την απεργία τους, διεκδικούν την άμεση επαναπρόσληψη των 34 απολυμένων συναδέλφων τους, αντιστεκόμενοι παράλληλα στις προσπάθειες της εργοδοσίας για εκ περιτροπής εργασία (πενθήμερο-πεντάωρο) και μείωση των μισθών τους. Η απόφαση για απεργία ανανεώνεται κάθε εβδομάδα, με τους συμμετέχοντες στις συνελεύσεις να αγγίζουν το 100% των εργαζομένων και την διάθεση για συνέχιση της απεργίας και την ανένδοτη στάση απέναντι στις ψευτο-παραχωρήσεις της εργοδοσίας να είναι σχεδόν καθολική.

Oι περίπου 60-70 συνάδελφοι γίναμε δεκτοί με ενθουσιασμό από τους απεργούς, ενώ φωνάχτηκαν συνθήματα όπως «η αλληλεγγύη όπλο των εργατών, πόλεμο στον πόλεμο των αφεντικών», «χωρίς εσένα γρανάζι δεν κυλά, εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά» κλπ. Η παραμονή μας στις εγκαταστάσεις στον Ασπρόπυργο μας έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τους συναδέλφους, και εκφράστηκε η από κοινού πεποίθηση ότι τέτοιοι αγώνες εμπνέουν και γεμίζουν με δύναμη όλους μας για τη συνέχιση του αγώνα της εργατικής τάξης και της κοινωνικής πλειοψηφίας ενάντια στη λυσσαλέα επίθεση που δεχόμαστε από το κεφάλαιο και το κράτος.

Επιδόθηκε ψήφισμα αλληλεγγύης, ενώ οι απεργοί μάς έκαναν γνωστό ότι στις εγκαταστάσεις έχουν παραβρεθεί αλληλέγγυοι όχι μόνο απ’ όλη την Ελλάδα, αλλά μέχρι και από την Ινδία, με αντιπροσωπεία συνδικαλιστών από το Νέο Δελχί που εκπροσωπούσαν εκατομμύρια εργαζόμενους.

Από μέρους μας, δεν έχουμε να τονίσουμε τίποτα παραπάνω από το ότι αυτοί οι αγώνες αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση και ότι το διογκούμενο κύμα αλληλεγγύης θα είναι αυτό που θα δώσει δύναμη στους απεργούς και θα τσακίσει την εργοδοτική τρομοκρατία. Όπως μας είπαν και οι συνάδελφοι απεργοί, "ακόμα και 5 λεπτά παρουσίας αλληλέγγυων είναι πολύτιμα".

* Στην αυτοκινητοπομπή αλληλεγγύης συμμετείχαν εργαζόμενοι/ες, άνεργοι/ες από:

Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου
Σύλλογος Μεταφραστών/Επιμελητών/Διορθωτών
Σωματείο Σερβιτόρων/Μαγείρων
Συνέλευση Εργαζομένων/Ανέργων/Φοιτητών στα ΜΜΕ
Συνέλευση Βάσης Τεχνικών Κινηματογράφου-Τηλεόρασης
Εργαζόμενοι στο Μετρό – Ταξικό Μέτωπο
Εργαζόμενοι στα Τηλεφωνικά Κέντρα
Σύντροφοι/Συντρόφισσες

Η Ευρώπη νοιάζεται...

Πριν λίγες μέρες έφθασε στο γραφείο μου – και υποθέτω και στο γραφείο πολλών άλλων ακαδημαικών – μιά προσωπική πρόσκληση, η οποία πρέπει να ομολογήσω μου φάνηκε, αρχικά τουλάχιστον,κάπως περίεργη.

Η πρόσκληση ανακοίνωνε ένα νέο βραβείο στα Οικονομικά – το Βραβείο Wolfson - με χρηματική αξία £250,000 γιά την καλύτερη απάντηση στην ερώτηση:

«εάν κάποια κράτη μέλη αποχωρήσουν από την Οικονομική και Νομισματική Ενωση, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης της οικονομικής διαδικασίας ώστε να εξασφαλιστούν τα ισχυρότερα θεμέλια για τη μελλοντική οικονομική αύξηση και ευημερία των ενεργών κρατών μελών

Η επιστολή που πήρα, την οποία υπογράφει ο Λόρδος Wolfson, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:

“Like anyone, the prospect of a break-up of the Economic and Monetary Union gives me deep concern about its economic consequences…But in recent months, any reasonable observer will recognise that the prospect of a damaging break-up has become a possibility in need of serious thought.

Quite understandably, political leaders and central banks cannot publicly discuss their contingency planning. They are, quite naturally, focusing their time on keeping the monetary union together.

But the need for contingency planning remains. While the break-up of the monetary union is likely to be painful, some approaches will be less painful than others.

The objective of the Wolfson Economics Prize is to focus the best minds in the world on this complex question…”

... Ανάμεσα στους κριτές του Βραβείου περιλαμβάνεται και ένας από τους πιό καταξιωμένους οικονομολόγους στη Βρετανία, ο ομότιμος καθηγητής του LSE και πρώην μέλος της νομισματικής επιτροπής της Τράπεζας της Αγγλίας, Charles Goodhart, ως επίσης και 3 άλλοι κορυφαίοι ακαδημαικοί.


Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Ελευθερία για όλους (20.000 ήδη ελευθερώθηκαν!)

ΠΑΝΩ ΑΠΟ 20.000 ΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ
Μία πόλη κοιμάται στους δρόμους

...Οι ιστορίες των "νεο-αστέγων" μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι ιστορίες ανεργίας, από ανθρώπους που εξαθλιώθηκαν μαζί με την κατάρρευση της οικοδομής και των άλλων παραγωγικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας.

Ο 55χρονος Λάμπρος ήταν εργολάβος οικοδομικών εργασιών. Είχε σπίτι στο Κερατσίνι, αλλά το πούλησε για να σώσει τη γυναίκα του, που έπασχε από καρκίνο. Τα τελευταία 11 χρόνια μένανε στο νοίκι, σε ένα τεσσάρι στη Νίκαια. Από το 2008 οι δουλειές μειώθηκαν σημαντικά. Το 2009 η γυναίκα του κατέληξε και ο ίδιος δυσκολευόταν ήδη να πληρώσει τα 600 ευρώ του ενοικίου. Πέρσι τον Νοέμβρη νοίκιασε μια γκαρσονιέρα με 150 ευρώ.

"Ούτε αυτά δεν μπορούσα να πληρώσω. Εφτασα να μην έχω λεφτά ούτε για καφέ". Από τον περασμένο Φλεβάρη είναι άστεγος. Στην αρχή κοιμόταν στο αυτοκίνητό του. "Ντρεπόμουνα τον κόσμο στη γειτονιά και πάρκαρα σε απόμερα μέρη, όπως στο δάσος Χαϊδαρίου. Αλλά φοβήθηκα. Βρήκα ένα στενό στο Μεταξουργείο και έμεινα εκεί δυο μήνες. Σηκωνόμουν στις έξι το πρωί για να μη με βλέπουν". Τον συναντάμε στον ξενώνα της "Κλίμακας". "Εβλεπα τους αστέγους και τους λυπόμουν. Δεν το φανταζόμουν ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα πως θα βρεθώ κι εγώ στον δρόμο"...

Ο 46χρονος Γιάννης κοιμάται σε ένα Αουντι, που μένει παρκαρισμένο στην Κωνσταντινουπόλεως. "Εχω φοβηθεί πολλές φορές. Ερχονται διάφοροι, κλωτσάνε τις πόρτες". Μέχρι πέρσι νοίκιαζε τριάρι στον Κολωνό. Δούλευε ως ηλεκτρολόγος σε συνεργεία που έπαιρναν μεγάλα έργα και αργότερα ως οδηγός. Από το 2008 είναι στην ανεργία.

"Ο παπάς της ενορίας μας είχε γράψει πολύτεκνους και παίρναμε πέντε μερίδες φαγητό από το συσσίτιο. Τρώγαμε τις τρεις το μεσημέρι και τις δυο το βράδυ". Η γυναίκα του, λέει, τον εγκατέλειψε μαζί με τον γιο του τον Οκτώβριο του 2008, "επειδή δεν έφερνα χρήματα στο σπίτι". Πήγε σε εκκλησία στα Σεπόλια και ζήτησε βοήθεια. Ντρέπονταν στη δική του γειτονιά. Οι πιστοί έκαναν έρανο και πλήρωσε τα νοίκια που χρωστούσε. Στρίμωξε τα πράγματα και τη μοτοσικλέτα του ανάμεσα σε τέσσερα κόντρα πλακέ, στην πυλωτή ενός φίλου του και βγήκε στον δρόμο.

"Στον δρόμο γνώρισα ανθρώπους που μου πρότειναν να μπουκάρουμε σε μαγαζιά, να μου δώσουν όπλο, ναρκωτικά. Δεν είχα ποτέ τέτοιες συναναστροφές. Ημουν οικογενειάρχης. Εγώ δουλειά ζητάω. Δεν είμαι κλέφτης"...

Ο 45χρονος Παναγιώτης έχει σπουδάσει Διεθνείς Σχέσεις και Ευρωπαϊκές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Hertfordshire στο Λονδίνο. Γύρισε στην Ελλάδα και αδυνατώντας να βρει θέση στο αντικείμενό του, δούλευε ως μάγειρας και αργότερα ως πωλητής σε εταιρεία ηλεκτρικών ειδών. Το 2006 πήρε ένα σπίτι 70 τ.μ. στα Ανω Πατήσια με δάνειο. Το 2008 έχασε τη δουλειά του. "Εκτός από 4ωρα σε τηλεφωνικά κέντρα, δεν έβρισκα τίποτε άλλο".

Οι δόσεις του δανείου άρχισαν να καθυστερούν. Κάποια στιγμή σταμάτησε και το επίδομα ανεργίας. Στις αρχές του 2010, έπειτα από πολλές απλήρωτες δόσεις, η τράπεζα του πήρε το σπίτι. "Το πρώτο διάστημα κοιμόμουν σε φίλους και μετά σε ένα εγκαταλελειμμένο στα Ανω Πατήσια". Οι γονείς του έχουν πεθάνει. Τα δύο αδέλφια του έχουν τις οικογένειές τους και τα δικά τους οικονομικά προβλήματα. Πώς ήταν η πρώτη νύχτα του στον δρόμο; "Γεμάτη φόβο. Δεν πρόκειται ποτέ να την ξεχάσω". Σήμερα κοιμάται σε ξενώνα αστέγων. "Το να κοιμάσαι στον δρόμο είναι σαν ζωντανός θάνατος. Γίνεσαι άγριο θηρίο".

Πηγή: Έθνος

Εκτός δημοσίου από Δευτέρα 16.000 υπάλληλοι

Και μην ξεχνάτε: Το ΚΚΕ φταίει!

Η πόρτα του ∆ημοσίου κλείνει οριστικά αύριο το πρωί για περίπου 16.000 μόνιμους υπαλλήλους οι οποίοι πήραν ήδη το εισιτήριο εξόδου από την εργασία τους με την υλοποίηση των ρυθμίσεων για την εργασιακή εφεδρεία. Από αυτούς οι περίπου 4.000 θα συνταξιοδοτηθούν άμεσα, καθώς έχουν συμπληρώσει τα συντάξιμα χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι (περίπου 12.000) θα τεθούν σε ένα ιδιότυπο «προσυνταξιοδοτικό καθεστώς» που θα διαρκέσει ως τα τέλη του 2013.

Για το σύνολο, ωστόσο, αυτής της κατηγορίας των υπαλλήλων, που αποτελούν και το πρώτο κύμα της εφεδρείας, δεν υπάρχει καμία περίπτωση επιστροφής τους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον δημόσιο τοµέα. Και αυτό γιατί δεν θα ενταχθούν καν στους καταλόγους του ΑΣΕΠ, μέσω των οποίων καλλιεργείται μια αμυδρή ελπίδα για επιστροφή από την πίσω πόρτα στο ∆ημόσιο ενός πολύ μικρού αριθμού εργαζομένων.

Πηγή: Το Βήμα

Κοκτέιλ Μολότωφ # 90

Τοποθετημένη απέναντι στην ευτυχία, η εξαθλίωση του ανθρώπου φαντάζει φαινόμενο με πολύ πιο ποικίλες εκφάνσεις: δεν φτάνει, για παράδειγμα, να εντάξεις στις τάξεις της τον άνεργο ή τον άστεγο, τον τρομοκρατημένο με τα χρέη ή αυτόν που αυτοκτονεί λόγω χρεών, αυτόν που κλέβει ή αυτόν που αναγκάζεται να δώσει τα παιδιά του στο ορφανοτροφείο, αυτόν που μεταναστεύει ή αυτόν που ψάχνει στους κάδους σκουπιδιών για φαγητό· πρέπει να εντάξεις, αναγκαστικά, και αυτόν που ψεκάζει τους άλλους με σπρέι πιπεριού για να καταφέρει να φτάσει πρώτος στο πολυπόθητο εμπόρευμα σε υπεραγορά σε περίοδο εκπτώσεων. Στις ΗΠΑ, τουλάχιστο, είναι πιθανό να σκέφτονται ότι δεν χρειάζονται καν ΜΑΤ εναντίον των μετεχόντων στο Occupy Movement: πιθανόν να αρκεί να ξαμολήσεις πάνω τους εξαγριωμένους καταναλωτές που παρεμποδίζονται απ' τα ψώνια τους, αν και μπορεί το αποτέλεσμα ενός τέτοιου μέτρου να κρίθηκε υπερβολικά βάρβαρο στην παρούσα φάση.

Περί διαλόγου VI

Της Μαρίας, για το ρηξιγενές θάρρος απέναντι στην εσωτερική αγωνία.

Στις 23 Σεπτέμβρη του 2010, περισσότερο από ένα χρόνο πριν, ξεκίνησα να γράφω μια πραγματεία περί διαλόγου στο ιστολόγιο Radical Desire (Εισαγωγή, πρώτο μέρος, δεύτερο μέρος, τρίτο μέρος, τέταρτο μέρος). Στο τέλος του τέταρτου μέρους προανήγγειλα ένα πέμπτο και τελευταίο μέρος, με θέμα τον πολιτικό διάλογο. Το μέρος αυτό δεν γράφτηκε ποτέ στο Radical Desire. Αλλά το "ποτέ" δεν διαρκεί πάντοτε για πάντα.

Πριν όμως εξοφλήσω αυτό το μακροπρόθεσμο συγγραφικό χρέος, θα ήθελα να συνοψίσω τα ευρήματα των αναρτήσεων που προηγήθηκαν, και τις οποίες προανέφερα. Στην εισαγωγή στο θέμα, επικεντρώθηκα στα "συμπτώματα εκφυλισμού", όπως τα χαρακτήρισα, του διαλόγου τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό βίο της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, καθώς και στις ιδεολογικοπολιτικές συνεπαγωγές τους για την αστική δημοκρατία εν γένει.

Ακολούθως, στο πρώτο μέρος, επέστρεψα στην πολύ διαφορετική κατασκευή της έννοιας του διαλόγου στην αρχαία Ελλάδα, επικεντρώνοντας, αφενός, στο μοντέλο του διαλόγου ως πολεμικής φύσης αγώνα μεταξύ δύο (αγωνιστικός διάλογος), όπως αυτός ανακύπτει καθαρά στον Όμηρο και τις τραγωδίες· και αφετέρου στον Πλατωνικό διάλογο, με τις δύο του φάσεις, αυτές του απορητικού διαλόγου στα πρώιμα έργα και του μαιευτικού διαλόγου στα ώριμα έργα του Πλάτωνα. Μίλησα, τέλος, για τον ντοστογιεφσκικό διάλογο ως ένα υβρίδιο, στο πεδίο της λογοτεχνικής μυθοπλασίας, των τριών αυτών αρχαϊκών μοντέλων (του αγωνιστικού, του απορητικού και του μαιευτικού), το οποίο, ως τέτοιο, διαφοροποιείται κάθετα απ' το κυρίαρχο μοντέλο διαλόγου στην νεωτερική κοινωνία.

Στο δεύτερο μέρος σκιαγράφησα τα συστατικά του κυρίαρχου αυτού μοντέλου, που δεν είναι άλλο από αυτό του αστικού διαλόγου ως λεκτικής ενσάρκωσης της συμβασιακής σχέσης. Τα συστατικά αυτά ήταν:

1) η επιμονή στην αντίληψη των δύο μερών ως τυπικά ίσων, πράγμα που επίσης σημαίνει ότι ο αστικός διάλογος υποτίθεται ότι δεν αναδεικνύει “νικητή”. Ο αστικός διάλογος δεν καταλήγει, αλλά παρουσιάζεται ως παρουσιάζεται ως αυτοσκοπός, με μια κρίσιμη διαφορά απ' τον απορητικό διάλογο: στον αστικό διάλογο η ισότητα των μερών σημαίνει επίσης απόλυτη ισότητα των προτάσεών τους, και η απόλυτη αυτή ισότητα προτάσεων τις καθιστά αδιάφορες ως προς το αληθειακό περιεχόμενό τους.

2) η επιμονή, ταυτόχρονα, στην απόκρυψη και καταστολή των πραγματικών ανισοτήτων: όπως και στις καπιταλιστικές συμβασιακές σχέσεις, αποκρύπτεται και καταστέλλεται κάθε τι που υπενθυμίζει τις συντριπτικές πραγματικές ανισότητες που κρύβονται πίσω από την φορμαλιστική, νομικίστικη ισότητα: εκπαιδευτικές ανισότητες, ανισότητες προϋποθέσεων λόγου, ανισότητες μεταξύ ασύμβατων σημείων εκκίνησης και ασύμβατων στόχων.

Αυτά τα δύο είδη επιμονής λειτουργούν, ισχυρίστηκα, για να καταστείλουν στην πρώτη μεν περίπτωση την φιλοσοφική ουσία του διαλόγου, στην δεύτερη δε περίπτωση την πολιτική του ουσία.

Στο τρίτο και στο τέταρτο μέρος, επικεντρώθηκα στα στοιχεία αυτά του φιλοσοφικού διαλόγου, και δη του διαλόγου μεταξύ φιλοσόφων, που η αστική κατασκευή του διαλόγου καταστέλλει ή αποκρύπτει: τη σημασία της υπεκφυγής, της καχυποψίας, της έλλειψης δοτικότητας απέναντι στον άλλο, του άγχους και της ανασφάλειας απέναντι στην δύναμη της αλήθειας, του έμμεσου χαρακτήρα του διαλέγεσθαι, της διαλεκτικής εχθρότητας και φιλίας των διαλεγομένων, του αμφίσημου παιγνίου μεταξύ τους. Στα δύο αυτά μέρη επικεντρώθηκα τόσο στο τι λέει ο Αλαίν Μπαντιού για τον διάλογο μεταξύ Πασκάλ και Ντεκάρτ, όσο και στο πως υλοποιεί ο ίδιος αυτές ακριβώς τις διαστάσεις στις αναφορές του στον ανολοκλήρωτό του διάλογο με τον Ντελέζ και στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει τους όρους της σχέσης του με τον Ζίζεκ.

Φτάνοντας λοιπόν σήμερα στο δεύτερο κατεσταλμένο του αστικού, συμβασιακού τύπου διαλόγου --τον διάλογο ως τόπο άρθρωσης μιας πολιτικής αλήθειας-- θα ήθελα και πάλι να μιλήσω κατά το δυνατόν συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση ενός απτού παραδείγματος. Το παράδειγμά μου προέρχεται από την ταινία Ανθρώπινοι πόροι του Λωράν Καντέ που αναρτήθηκε εδώ. Μια σύνοψη της υπόθεσης της ταινίας είναι απαραίτητη, κυρίως για αυτούς που δεν την έχουν δει:

Ο Ζαν-Κλωντ και ο Φρανκ είναι πατέρας και γιος μιας εργατικής οικογένειας στην γαλλική επαρχία. Ο Φρανκ έχει σταλεί, με οικονομικές θυσίες των γονιών του, να σπουδάσει μάνατζμεντ στο Παρίσι και επιστρέφει στην επαρχία για να εργαστεί ως μέλος του διοικητικού προσωπικού, κάνοντας έτσι την πανεπιστημιακή του πρακτική. Ο Ζαν-Κλωντ, που είναι πολύ περήφανος για την κοινωνική άνοδο που υπόσχεται η μόρφωση του Φρανκ, ελπίζει ότι το εργοστάσιο που εργοδοτεί τον ίδιο θα προσφέρει στο γιο του μια ευκαιρία επαγγελματικής αποκατάστασης. Όμως ο γιος μπλέκεται, χωρίς να το συνειδητοποιεί, το σχέδιο της εργοδοσίας για απολύσεις στο εργοστάσιο, το οποίο και εξυπηρετεί διενεργώντας μια δημοσκόπηση ανάμεσα στους εργάτες για την πρόταση εργασιακής εβδομάδας των 35 ωρών. Η κατάληξη του υποτιθέμενου ενδιαφέροντος της εργοδοσίας για "διάλογο" με τους εργαζόμενους, όπως συνειδητοποιεί ο Φρανκ όταν ανακαλύπτει ένα εμπιστευτικό έγγραφο της εταιρείας, είναι η απόλυση ενός αριθμού εργατών, μαζί και του πατέρα του. Αντιμέτωπος με την σύγκρουση ανάμεσα στην φιλοδοξία ανόδου στην αστική τάξη και την αγάπη για την οικογένειά του (η αδερφή του εργάζεται στο ίδιο εργοστάσιο), ο Φρανκ αλλάζει στρατόπεδο, δίνει πληροφορίες στο συνδικάτο, και ενθαρρύνει την πρωτοβουλία απεργίας. Ο πατέρας του όμως, ο οποίος έχει στο μεταξύ πληροφορηθεί ότι θα απολυθεί, αρνείται πεισματικά να συμμετάσχει στην απεργία, και οι σχέσεις των δύο οδηγούνται στην σύγκρουση.

Στην σκηνή στην οποία θα ήθελα να επικεντρωθώ (2:42 και μετά), η οποία είναι και η δραματική αποκορύφωση της ταινίας, ο γιος μπαίνει μαζί με συνδικαλιστές στο εργοστάσιο για να πείσουν όσους εργάζονται να σταματήσουν και να ενωθούν με τους απεργούς. Ο διάλογος είναι χαωτικός, καθώς και οι δύο πλευρές των εργατών εμπλέκονται σε παράλληλες και έντονες στιχομυθίες σε διάφορα σημεία του εργοστασίου, εν μέσω συνθημάτων, σφυριγμάτων, χειρονομιών. Κάποια στιγμή (4:16), η ομάδα των "αγκιτατόρων" φτάνει στη μηχανή όπου δουλεύει ο Ζαν-Κλωντ. Ο Φρανκ, μαζί με την αδερφή του, την κομμουνίστρια ηγέτη του συνδικάτου και άλλους συνδικαλιστές, προσπαθούν να πείσουν τον Ζαν-Κλωντ να αφήσει τη μηχανή και να ενωθεί με τους απεργούς, που μάχονται, μεταξύ άλλων, για να σταματήσουν την δική του απόλυση. Ο Ζαν-Κλωντ όμως παραμένει σιωπηλός και συνεχίζει να εργάζεται. Εκνευρισμένος, ο Φρανκ πετά κάτω τα εξαρτήματα με τα οποία δουλεύει ο πατέρας του, με τον δεύτερο να σκύβει δουλικά και σιωπηλά για να τα μαζέψει εκ νέου. Η πράξη αυτή αποδοχής της ταπείνωσης εξοργίζει τον Φρανκ, ο οποίος επιτίθεται στον πατέρα του με τα εξής λόγια: "Πάντα θα είσαι αξιοθρήνητος. Ντρέπομαι για σένα, το ξέρεις; Είναι η ντροπή που πάντα είχα από παιδί. Η ντροπή του να είσαι γιός εργάτη. Η ντροπή του να είσαι φοιτητής και γιος εργάτη." Η συνδικαλίστρια παρεμβαίνει λέγοντας ότι δεν είναι ντροπή αυτό, μα ο Φρανκ απαντά: "πες το σ' αυτόν. Αυτός με έκανε έτσι. Ντρέπεται για την κοινωνική του τάξη." Ο Φρανκ ξανα-απευθύνεται, στο τέλος, στον πατέρα του, με τα εξής λόγια: "Τα κατάφερες. Ο γιος σου είναι με τους καπιταλιστές. Δεν θα γίνω ποτέ εργάτης. Θα έχω ενδιαφέρουσα δουλειά. Θα βγάζω λεφτά. Θα έχω ευθύνες και εξουσία. Την εξουσία να μιλάω όπως σου μιλάω τώρα. Την εξουσία να απολύω όπως κάνουν τώρα. Η ντροπή σου βρίσκεται βαθιά μέσα μου. Θα την κουβαλάω σ' όλη μου τη ζωή."

Η πρώτη απορία που θα είχε ο οποιοσδήποτε είναι, φαντάζομαι, γιατί επέλεξα ως μοντέλο του πολιτικού διαλόγου μια σκηνή που τυπικά είναι χωρίς διάλογο, αφού ο Ζαν-Κλωντ παραμένει σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της φραστικής επίθεσης του γιου του (απαντά ολιγόλογα μόνο στην συνδικαλίστρια).  Η απάντηση στην ερώτηση αυτή έχει δύο σκέλη:

Πρώτον, ο διάλογος αυτός είναι πολιτικός ακριβώς επειδή αποδομεί το δυαδικό μοντέλο διαλόγου το οποίο πριμοδοτεί η αστική, συμβασιακή αντίληψη για αυτόν (της οποίας το ψεύδος δραματοποιείται ρητά από την πλοκή της ταινίας, όπου δικαιώνεται η άρνηση της κομμουνίστριας συνδικαλίστριας για "διάλογο" με την εργοδοσία).

Αντί αυτού του ψευδούς και κυριαρχικού μοντέλου του διαλόγου ως επέκτασης των συμβασιακών σχέσεων στη σφαίρα του λόγου, έχουμε από τη μία πλευρά πολλαπλούς διαλόγους, που γίνονται ταυτόχρονα μεταξύ ομάδων εργατών, και από την άλλη, σε ό,τι αφορά τον "οικογενειακό" διάλογο, την παρέμβαση στο δυαδικό σχήμα της συνδικαλίστριας, η οποία έχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θέση ανάμεσα σε πατέρα και γιο (θα επιστρέψουμε σ' αυτό το θέμα αργότερα).

Δεύτερον, αν και ο πατέρας δεν απαντά τίποτα στον γιο, αυτό δεν σημαίνει ότι η σιωπή του δεν είναι κομμάτι του διαλόγου. Για δύο λόγους: αφενός, επειδή η έκφραση των ματιών και του προσώπου του --έκφραση σοκ, ταπείνωσης και ψυχικής συντριβής-- είναι η ίδια ένας άρρητος λόγος, το ίδιο δραματικά έντονος όπως και ο ρητός του γιου. Αφετέρου, επειδή ο πατέρας πράττει κάτι σε απάντηση στο γιο του: σβήνει τη μηχανή και βγάζει στα γάντια. Αργότερα, στην τελική σκηνή του έργου, θα τον δούμε έξω από το εργοστάσιο, μαζί με τους άλλους εργάτες. 

Πώς δομείται αυτός ο πολιτικός διάλογος; Νομίζω πως είναι ξεκάθαρο ότι δομείται με τους όρους μιας διπλής προδοσίας, ή μάλλον μιας διαλεκτικής της προδοσίας μέσα από την οποία προκύπτει η πολιτική πιστότητα. 

Εξηγούμαι: Από την μία πλευρά, ο Ζαν-Κλωντ, ο εργάτης και πατέρας, έχει προδώσει εσωτερικά την τάξη του, στην οποία ντρέπεται που ανήκει, έχοντας αναθρέψει τον γιο του ως ουσιαστικά εχθρό αυτής της τάξης, κι έχοντας εκτοπίσει τη δική του ντροπή στον απόγονό του, ως μηχανισμό ταξικής εχθρότητας απέναντι στους εργάτες. Από την άλλη πλευρά, ο Φρανκ, ο εκπαιδευόμενος μάνατζερ και γιος, έχει προδώσει την τάξη του πατέρα του όχι μόνο έμμεσα (μέσω της φιλοδοξίας ταξικής ανέλιξης) αλλά και άμεσα (μιας και συνεργάστηκε με το μάνατζμεντ της εταιρείας που απέλυσε εργάτες). Μπορεί να άρει αυτή την προδοσία μόνο με μια προδοσία ενάντια στους εργοδότες του απ' τη μία και στον ίδιο του τον πατέρα απ' την άλλη. Πρέπει, με άλλα λόγια, να στραφεί ενάντια όχι μόνο στο "έξω" των εργοδοτών αλλά και στο "μέσα" της σχέσης του με τον πατέρα του. Και πρέπει να το κάνει για να διεκδικήσει μια πιστότητα απέναντι στην τάξη απ' την οποία ο πατέρας έχει αλλοτριωθεί ώστε να τον λυτρώσει από την δική του εσωτερική αλλοτρίωση απ' τον ίδιο του τον εαυτό -- αλλοτρίωση τόσο δραματική ώστε ο γέρος να συνεχίσει να εργάζεται αφού έχει, ουσιαστικά, απολυθεί.

Η πιστότητα ανακύπτει μέσα από μια προδοσία της προδοσίας, μια άρνηση της άρνησης. Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, η προδοσία είναι πρωτίστως εσωτερική υπόθεση: αφορά την δομή του ίδιου του υποκειμένου, την εσωτερική του διάσπαση και διαίρεση. Ο πατέρας έχει προδώσει τον ίδιο του τον εαυτό, ο γιός πρέπει να προδώσει τον πατέρα και άρα το κομμάτι του εαυτού του μέσα στο οποίο κατοικεί ο πατέρας: το υπερεγώ που προστάζει την ντροπή και την υποτέλεια.

Την ίδια στιγμή, η διαλεκτική αυτή, ταυτόχρονα ψυχική και πολιτική, χτίζεται στην βάση μιας αντιπαραθετικής, χιαστί κατανομής ταξικής θέσης και ταξικής συνείδησης: ο Ζαν-Κλωντ είναι εργάτης αλλά σκέφτεται αλλοτριωμένα, από την θέση του αφεντικού· ο Φρανκ είναι εκπαιδευόμενο αφεντικό, αλλά η αγάπη του για τον πατέρα του τον αναγκάζει να σκεφτεί και να δράσει από τη θέση του εργάτη, να υπερασπιστεί το ταξικό συμφέρον του πατέρα του κόντρα στις ιδέες και τις πρακτικές του.

Αντί να παραπέμπει στην συμβασιακή σχέση, ο πολιτικός διάλογος λοιπόν δραματοποιεί ακριβώς μια διαλεκτική χωρίς προκαθορισμένο τέλος, μια διαλεκτική που οδηγεί στην συγκρουσιακή πράξη (στην απεργία και ταυτόχρονα στην σύγκρουση με τον πατέρα και την πατρική μορφή): αυτό είναι το πρώτο του συστατικό χαρακτηριστικό. Η διαλεκτική αυτή είναι βασισμένη στην εσωτερική και αμοιβαία διαίρεση: αυτό είναι το δεύτερο. Η διαίρεση και η σύγκρουση εγγράφονται πάντα μέσα στο κάθε ένα από τα μέρη του διαλόγου και όχι απλά ανάμεσά τους. Η διαλεκτική αυτή, τέλος, υπαγορεύει την ύπαρξη μιας φιγούρας της διαμεσολάβησης: αυτό είναι το τρίτο συστατικό του πολιτικού διαλόγου.

Η φιγούρα αυτή της διαμεσολάβησης ενσαρκώνεται στην παρέμβαση της συνδικαλίστριας ανάμεσα σε πατέρα και γιο, αφού η παρέμβαση αυτή στρέφεται ενάντια στην αιτία της αυτο-αλλοτρίωσης και των δύο που υποδαυλίζει και την σύγκρουση μεταξύ τους: δηλαδή, ενάντια στη ντροπή, την ενοχή για την κοινωνική τους θέση και τον κοινωνικό τους ρόλο. Η συνδικαλίστρια παρεμβαίνει χωρίς να δικαιώνει ούτε τον ένα ούτε τον άλλο: γιατί αν και ο ιδεολογικός στόχος της υπηρετείται από τον λόγο του γιου, ο λόγος αυτός εκφέρεται απ' το λάθος στόμα. Ο πραγματικός της πολιτικός σύντροφος είναι ο πατέρας, και είναι το δικό του ταξικό συμφέρον που την απασχολεί· ο Φρανκ είναι, στο κάτω-κάτω, όπως φαίνεται κι απ' το τέλος της ταινίας, περαστικός. Θα επιστρέψει στο Παρίσι και τις σπουδές του και δεν θα ζήσει τις συνέπειες της απεργίας. Χωρίς όμως αυτόν τον "εξωτερικό" ή "παρείσακτο", η ταξική οργάνωση και ενότητα μέσα στο εργοστάσιο, ανάμεσα στους εργάτες, δεν θα ήταν εφικτή. Η ταξική οργάνωση είναι η ίδια ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε πατέρα και γιο, αυτό που πρέπει να μεσολαβήσει ανάμεσά τους, επιστρατεύοντας τον ένα για να υπερασπιστεί τον άλλο, συγκρατώντας την ανεξέλεγκτα σαδομαζοχιστική διάθεση του γιου που πληγώνει τον πατέρα του και μαζί τον εαυτό του, συγκρατώντας τον σαδομαζοχισμό του πατέρα που τιμωρεί τον εαυτό του μέσω του γιου του, μεταθέτοντάς του ταυτόχρονα το δικό του ηθικό βάρος και τις δικές του ενοχές: "δεν υπάρχει κανείς λόγος να ντρέπεται κανείς επειδή είναι εργάτης."

Ο πατέρας, όπως ήδη είπαμε, ενώνεται με την απεργία, αλλά χωρίς ποτέ του να παράξει ένα λόγο για αυτή την μεταστροφή (έχουμε ήδη ορίσει τον όρο ως την καταφατική εκδοχή της προδοσίας). Η μεταστροφή έχει την καταγωγή της στον Λόγο αλλά δεν μεταφράζεται σε λόγο. Οι λόγοι της μεταστροφής, το τι έχει συμβεί στον νου και στον ψυχισμό του Ζαν-Κλωντ, το πώς αισθάνεται πλέον για τον γιο του, το αν είναι τραυματισμένος ή λυτρωμένος ή και τα δυο ταυτόχρονα, είναι πράγματα που μένουν για πάντα άρρητα. Όχι όμως γιατί είναι κάποιου είδους εμπειρίες της τάξης του μυστικιστικού ή θρησκευτικού, αλλά επειδή, από τη ταξική σκοπιά, συμπυκνώνονται χωρίς υπόλειμμα στην πολιτική πράξη, αφήνουν μόνο την πολιτική πράξη να μιλήσει για αυτές, και εναντιώνονται σε κάθε εκ νέου αναγωγή τους στην "ψυχολογία", δηλαδή στην διάλυσή τους σε άκαρπες συνισταμένες της περιπέτειας του ατομικού εγώ.

Η ταινία κλείνει με έναν δεύτερο διάλογο, εξίσου ασύμμετρο, μεταξύ του Φρανκ και του νεαρού εργάτη που τού πρόσφερε φιλία και υποστήριξη, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη του σχεδίου απολύσεων της εταιρείας. Ο εργάτης παρηγορεί τον Φρανκ ότι κάνει καλά που εγκαταλείπει την πικρή εμπειρία του εργοστασίου για να γυρίσει στις σπουδές του στο Παρίσι: "Καλά κάνεις. Σού αξίζει κάτι καλύτερο. Το μέρος αυτό μπορεί να σε σκοτώσει. Δεν είναι η θέση σου σ' αυτή την τρύπα." Μετά από μια μικρή παύση, ο Φρανκ απαντά με δύο ερωτήσεις: "Κι εσύ, ποτέ θα φύγεις; Και πού είναι η δική σου θέση;" Για μια δεύτερη φορά, ο διάλογος σταματά χωρίς ολοκλήρωση, μιας και αυτή είναι η τελευταία φράση της ταινίας: γιατί η απάντηση για το ποια είναι η θέση του εργάτη και το πότε θα μπορέσει ο ίδιος να ξεφύγει απ' την κόλαση δεν μπορεί βέβαια να αναχθεί σε λόγια. Αυτό που λείπει, κι αυτό που δεν μπορεί να υποκατασταθεί απ' τον λόγο (και τον διάλογο) είναι η πράξη εκείνη που θα καταργούσε τον διαχωρισμό ανάμεσα στους δύο, την ούτως καλούμενη "κατανομή εργασίας" ανάμεσα σε "μυαλά" και "χέρια", διανοούμενους-διαχειριστές και εργάτες-εκτελεστές. Και που συνεπώς, θα έδινε θέση στον υπεράριθμο, σ' αυτόν που δεν έχει θέση, που αφαιρείται από το μέτρημα του κοινωνικού: τον προλετάριο.

Αλλά αυτή η πράξη δεν μπορεί να είναι απλά μια τοπική απεργία, ανεξάρτητα από την έκβασή της· είναι η ίδια η ανατροπή του συνολικού συστήματος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Πρόκειται για ένα καθήκον το οποίο η ταινία δεν μπορεί βέβαια να συμπεριλάβει στον δραματουργικό της ορίζοντα χωρίς να το ευτελίσει σε φτηνή κινηματογραφική φαντασίωση. Όμως αξίζει να προσθέσουμε ότι και σε αυτή την περίπτωση, ο διάλογος δεν αφορά απλώς δύο, ότι εξακολουθεί να δομείται γύρω απ' την φιγούρα ενός μεσολαβητή. Ο μεσολαβητής αυτός βέβαια δεν υπάρχει στο κάδρο, αλλά ανήκει στην πραγματικότητα που υπάρχει έξω από αυτό: πρόκειται για τον ίδιο τον θεατή ως αποδέκτη των αναπάντητων ερωτήσεων του Φρανκ. Οι ερωτήσεις αυτές υπέχουν τον ρόλο του ημιτελούς διαλόγου ως ενός λόγου που στοιχειώνει, γιατί είναι εξ ορισμού καταδικασμένος να πλανάται χωρίς απάντηση και χωρίς ικανοποίηση έως ότου αλλάξει η ίδια η δομή της κοινωνικής πραγματικότητας. Σ' αυτόν τον θέσει ανολοκλήρωτο διάλογο εναποθέτει ο Καντέ την ελπίδα για αυτό που δεν εξαντλείται στις λέξεις και στην ανταλλαγή "απόψεων", και που αφορά, στην πραγματικότητα, την αλλαγή των ίδιων των σχέσεων παραγωγής ανάμεσα στους ανθρώπους. 

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Λόγοι και τραγούδια υπέρ της Χούντας στη Σχολή Ευελπίδων ανήμερα του εορτασμού του Πολυτεχνείου


Αναδημοσίευση από onalert.gr

"Το Κυριακάτικο Βήμα δημοσιεύει ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο ο Αρχηγός των τεταρτοετών της Σχολής Ευελπίδων προέβη σε συμπεριφορές που παραπέμπουν σε πράξεις υποστηρικτών της Χούντας!

Συγκεκριμένα σύμφωνα με το ρεπορτάζ ο αρχηγός έδωσε εντολή να αποχωρήσουν απο το αμφιθέατρο της Σχολής όλοι οι αλλοδαποί αλλά και οι Κύπριοι και στη συνέχεια έκανε ομιλία με μηνύματα κατά του Πολυτεχνείου και σαφώς υπέρ της Χούντας, καλώντας τους συναδέλφους του να τραγουδήσουν και σχετικό τραγούδι!

Ο ΥΕΘΑ Δ. Αβραμόπουλος με ανακοίνωσή του καταδικάζει το γεγονός και ο Α/ΓΕΣ έχει δώσει εντολή να γίνουν όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται ώστε να εξεταστεί το θέμα και να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι.

Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας κ. Δημήτρης Αβραμόπουλος ενημερώθηκε χθες βράδυ από τον Αρχηγό Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (Α/ΓΕΕΘΑ), για το προσβλητικό, προκλητικό και απαράδεκτο περιστατικό στη Σχολή Ευελπίδων και έδωσε εντολή να προβούν οι αρμόδιες υπηρεσίες άμεσα στις δέουσες ενέργειες.

Ο κ. Αβραμόπουλος ζήτησε από τον Αρχηγό Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας να διαμηνύσει προς το στράτευμα και να καταστήσει σαφές, ότι δεν θα γίνεται ανεκτή οποιαδήποτε συμπεριφορά παρέκκλισης από τις αρχές της Δημοκρατίας, των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Ελευθερίας. Αρχές, επί των οποίων είναι θεμελιωμένη η Ελληνική Δημοκρατία και Κοινωνία.

Το ΓΕΣ

Το Γενικό Επιτελείο Στρατού, ανακοινώνει σχετικά με το επεισόδιο που έλαβε χώρα την 17η Νοεμβρίου 2011 στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ότι για το περιστατικό αυτό έχει ήδη ασκηθεί αυστηρός πειθαρχικός έλεγχος, μετά από Ένορκη Διοικητική Εξέταση που διατάχθηκε από τα αρμόδια όργανα. Ο πρωταίτιος έχει απαλλαχθεί από τα Διοικητικά του καθήκοντα και παραπέμπεται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Σχολής με το ερώτημα της αποπομπής του.

Το θέμα πρέπει να αντιμετωπιστεί με απόλυτη σοβαρότητα και κυρίως να μην επιχειρηθεί οποιαδήποτε πολιτική εκμετάλλευση. Το κλίμα που είχε διαμορφώσει η κυβέρνηση Παπανδρέου για…κίνδυνο πραξικοπήματος δεν μπορεί να υποστηριχθεί με τέτοιου είδους ανοησίες!"

Αναδημοσίευση από: erodotos

Κοκτέιλ Μολότωφ # 89

Στον δικό μας κήπο μαθαίνουμε πρώτα να είμαστε ριζοσπάστες.
Τις δικές μας αστικές ψευδαισθήσεις μαθαίνουμε υπομονετικά και ψύχραιμα να ξεριζώνουμε.
Οι εχθροί μας λυσσούν εναντίον μας γιατί αυτή είναι μια διαδικασία που δεν μπορούν να εμποδίσουν.
Κάθε μέρα τα μάτια μας καθαρίζουν λίγο περισσότερο. Κάθε μέρα γινόμαστε λίγο πιο επικίνδυνοι για όσους μάς υποτιμούν.
Κάνουμε υπομονή και μαθαίνουμε να μην κρατάμε πολύ ψηλά το κεφάλι. Κυκλοφορούν πολλά δρεπάνια για ψηλολαίμηδες. Θα 'ρθουν ακόμα πολλά και πρέπει να αντέξουμε.

Κινηματογράφος της εργατικής τάξης: Η φλόγα που τρεμοπαίζει (σκην. Ken Loach, 1998)

http://www.youtube.com/watch?v=B6RkuebMYZQ

Περί "δογματισμού"

Περί "δογματισμού"
Δημοσίευση στα ελληνικά: Trolobolsh

Είναι σύνηθες στον χώρο της ακαδημαϊκής κοινότητας, της πολιτικής και της θρησκείας, να ακούμε τη λέξη "δογματισμός" να χρησιμοποιείται υποτιμητικά. Πολλοί άνθρωποι την έχουν ακούσει, χρησιμοποιήσει ή έχουν αποκαλεστεί "δογματικοί" από πολλούς που εκσφενδονίζουν απερίσκεπτα τον όρο, για τον έναν ή τον άλλο λόγο.

Η λέξη "δογματισμός" έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς, γιατί με αυτό που έχουμε να κάνουμε εδώ δεν είναι ο "δογματισμός" με μια συγκεκριμένη έννοια (η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η αποδοχή κάποιων αρχών πέρα από στοιχεία και αντίλογους), αλλά ο "δογματισμός" με μια αφηρημένη έννοια η οποία στερείται υλιστικής ανάλυσης. Η εφαρμογή του όρου με τέτοιο τρόπο μπορεί να χρησιμεύσει μόνο στη σύγχυση και την αποδυνάμωση των πεδίων των πρακτικών στα οποία εφαρμόζεται.

Μερικοί από τους αντιπάλους του μαρξισμού-λενινισμού ισχυρίζονται ότι έχουμε στείρα προοπτική, γιατί αρνούμαστε να θυσιάσουμε την πολιτική μας γραμμή για χάρη της ενότητας και ότι η αποφασιστικότητα μας μοιάζει με τον αταλάντευτο δογματισμό που ανέπτυξαν οι ιερείς της μεσαιωνικής εκκλησία. Θα διαψεύσουμε αυτή την επιχειρηματολογία και θα αποκαλύψουμε ότι ο όρος "δογματισμός" στον πολιτικό λόγο δεν είναι παρά μια αντιδιαλεκτική λασπολογία η οποία αποπροσανατολίζει από την νηφάλια υλιστική ανάλυση και που τελικά είναι επιζήμια για τον αγώνα μας.

Συζητώντας το πώς ρίχνεται η λάσπη περί "δογματισμού" στην θεωρητική ανάλυση, θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι εννοούμε με τον όρο "θεωρία." Ο όρος "θεωρία" έχει δύο χρήσεις, μια "κοινωνική" και καθημερινή και μία επιστημονική. Ο πρώτη χρήση της "θεωρίας" είναι συνώνυμη με την "υπόθεση", και μπορεί εύκολα να απορριφθεί, επειδή δεν μπορεί να ιδωθεί ως "γεγονός" ή "νόμος". Ο επιστημονικός ορισμός της θεωρίας έχει ως εξής: μια συνεκτική ομάδα προτάσεων που χρησιμοποιούνται αξιωματικά στην εξήγηση ενός πραγματικού φαινομένου.

Η μαρξιστική θεωρία βλέπει την φυσική πραγματικότητα με έναν διαλεκτικό τρόπο. Αντιλαμβάνεται έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις που κινούνται και εξελίσσονται μέχρι την επίτευξη της σύνθεσης στο ανώτερο στάδιο της αντίφασης. Δεν είναι μια αυθαίρετη εικασία που στηρίζεται σε προκαταλήψεις τσαρλατάνων θεωρητικών, αλλά μια επιστήμη της οποίας οι αρχές και η ανάλυση δικαιώνεται από τα παρελθόντα και τα παρόντα γεγονότα.

Χρησιμοποιώντας την επιστημονική έννοια του όρου θεωρία αναγνωρίζουμε το γεγονός, ότι σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε την κίνηση της κοινωνίας, έξω από τις στατικές και αγκυλωμένες προκηρύξεις της μεταφυσικής, και πώς η συλλογική μας γνώση συνεχώς επεκτείνεται προς τα εμπρός από την δυναμική των γεγονότων, της τεχνολογίας, των κοινωνικών και των υλικών συνθηκών που βρίσκονται συνεχώς ακατάπαυστη κίνηση.

Η μαρξιστική θεωρία μας παρέχει την πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της κίνησης της κοινωνίας σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη κοινωνική θεωρία και φιλοσοφία. Ως εκ τούτου, ως μια δικαιωμένη επιστήμη για την κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων απαράμιλλη ως προς τις ομόλογες της, ο μαρξισμός μπορεί να γίνει κατανοητός, ως η καλύτερη σύλληψη της αντικειμενικής αλήθειας, που έχουμε στη διάθεσή μας.

Ο μαρξισμός μάς βοηθά να κατανοήσουμε την πρόοδο της ανθρώπινης ιστορίας, όπως προκύπτει από την πόλεμο μεταξύ αντίπαλων τάξεων για την κατανομή και τον έλεγχο των κοινωνικών δυνάμεων παραγωγής. Εξηγεί πώς ο πλούτος έχει συγκεντρωθεί στα χέρια μιας μικρής ομάδας καπιταλιστών, ενώ αυτοί που παράγουν τον πλούτο έχουν τελικά αποξενωθεί από αυτόν. Αυτά τα ιστορικά χαρακτηριστικά και η σημερινή κοινωνία μας, είναι μια πραγματικότητα, που προβάλλεται σε μας κάθε μέρα που ζούμε στον καπιταλισμό, παρά τις όποιες ιδεαλιστικές θεωρήσεις και ιδεολογικά τεχνάσματα που χρησιμοποιούνται για να μας αποσπάσουν την προσοχή από αυτήν την ουσιαστική αλήθεια.

Ο μαρξισμός μάς εξοπλίζει με διορατικότητα και συγκεκριμένα καθήκοντα, προσαρμοσμένα τόσο στην κατανόηση όσο και στην αλλαγή της πορείας της κοινωνίας και είναι αναμφισβήτητα η καλύτερη απάντηση της ανθρωπότητας στην κατανόηση της εκμετάλλευση και της κοινωνικής κίνησης, παρόλα αυτά όμως για να τούς "αντιδογματικούς" αυτό είναι ένα μπαγιάτικο θρησκευτικό δόγμα το οποίο σερβίρεται ως παγίδα για τα μυαλά μας και μάς στερεί την πνευματική μας ελευθερία. Τι μας λέει αυτό για αυτή τη θέση των "αντιδογματικών"; Ουσιαστικά, αποκαλύπτει τη θέση τους στον αγώνα ενάντια στην ίδια την επιστημονική κατανόηση.

Ως τέτοιος, όταν στριμώχνεται, ο πραγματικός "αντιδογματικός" αποκαλύπτει τη θέση τους ως τέτοια: "Παρ' ότι οι θέσεις σας υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία, είναι λάθος να προσκολλήστε σε αυτές τόσο πολύ γιατί αυτό δεν είναι σωστό."

Υπάρχουν δύο πράγματα λαθεμένα σε αυτήν τη θέση. Το ένα, απαιτεί να κάνουμε τα στραβά μάτια στην αλήθεια για το καλό κάποιας ηθική επιταγή, η οποία λέει, ότι παρά το αληθές της θέσης, θα ήταν λάθος να είμαστε τόσο "κλειστά μυαλά." Μήπως αυτή η πρακτική δεν είναι η ακρογωνιαία λίθος της αστικής ιδεολογίας, όταν έρχεται αντιμέτωπη με την αμφισβήτηση;

Έχει ξεχαστεί ότι η ηθική ορίζεται από την ταξική δομή της κοινωνίας; Μήπως θα ήταν σοφό για μας, να κάνουμε τα στραβά μάτια στη βαρύτητα και να πηδήξουμε από την κορυφή ενός κτιρίου, γιατί είναι ηθικά απρεπές να είμαστε "δογματικοί" γύρω από τη βαρύτητα;

Δεύτερον, η "αντιδογματική" θέση αποκαλύπτεται ως "δογματική" στις αντιλήψεις της και τις ηθικές της επιταγές, όντας απτόητη στην επιδίωξη μιας "μη δογματικής" θέσης βασισμένης στον εκλεκτικισμό και τον ιδεολογικό οπορτουνισμό, άσχετα με τις αποδείξεις που της παρουσιάζονται, και την υποστηρίζει χρησιμοποιώντας την ίδια τακτική του ηθικισμού που χρησιμοποιούσαν οι διάφοροι τσαρλατάνοι των θρησκευτικών δογμάτων για αιώνες. Χρησιμοποιώντας τον "δογματισμό" με τέτοιο τρόπο ώστε να καταγγείλει όσες θεωρίες υποστηρίζονται από στοιχεία, μειώνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους στην ίδια θλιβερή κατάσταση της ανούσιας συναισθηματικής αντιπαράθεσης, που εξαπολύουν εναντίον των αντιπάλων τους με όχι λιγότερο θρησκευτικό σθένος.

Υπάρχουν μερικοί και στην λεγόμενη "αριστερά" που είναι πάρα πολύ πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν την κατηγορία του "δογματισμού" εναντίον επαναστατών που αρνούνται να παραδώσουν την επιστήμη του μαρξισμού-λενινισμού ως πολιτική γραμμή τους και οδηγό τους για δράση, παρά το γεγονός ότι έχει δικαιωθεί ιστορικά.

Μερικές ομάδες που αυτοκαθορίζονται από αυτόν τον "αντιδογματισμό", υποστηρίζουν ότι το να "δανείζεσαι αξιοπιστία" από ιστορικά πρόσωπα, είναι μη γόνιμο για την περαιτέρω ανάπτυξη του μαρξισμού και ότι κατά κάποιο τρόπο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην σημερινή εποχή.

Ουσιαστικά μας λένε οτι, αρνούμενοι να εγκαταλείψουμε τα "παλιά δόγματα" και "νεκρά άλογα" της επαναστατικής επιστήμης, αρνούμενοι να επανεφεύρουμε τον τροχό σε σχήμα τετραγώνου εγκαταλείποντας δοκιμασμένες και πραγματικές επιστημονικές μεθόδους κατανόησης και αλλαγής του κόσμου μας, για αυθαίρετους εκλεκτικισμούς, κατά κάποιον τρόπο καταπνίγουμε την περαιτέρω ανάπτυξη της Επανάστασης. Αυτή η παράλογη και αντιεπιστημονική γραμμή είναι πλήρως και παντελώς άχρηστη για την επαναστατική πάλη.

Μελετάμε την ιστορία όχι μόνο να για κατανοήσουμε τις επιτυχίες του παρελθόντος, αλλά για να κατανοήσουμε και τις αποτυχίες του παρελθόντος, ώστε να μην βρεθούμε αντιμέτωποι με τα ίδια προβλήματα που βρέθηκαν οι προηγούμενοι εργατικοί αγώνες, και να είμαστε σε θέση να τα αντιμετωπίσουμε όπως θα προκύπτουν.

Πάρτε για παράδειγμα, τον πολιτικό αγώνα στη Ρωσία μεταξύ του Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος και του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που άρχισε το 1902. Οι οπορτουνιστές εντός του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, σε συνδυασμό με το SR (Εσέροι), ύψωσαν τη σημαία της "κριτικής στον μαρξισμού", στην οποία πολλοί φώναξαν "δόγμα" στους μαρξιστές που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την εγκυρότητα του Μαρξισμού, προς όφελος της ενοποίησης με αντιδραστικά στοιχεία στο εσωτερικό του Ρωσικού εργατικού κινήματος εκείνη την εποχή.

Ο λόγος που δεν κάμφθηκαν οφείλεται στο γεγονός ότι η απόρριψη της πολιτικής γραμμής των επαναστατών Σοσιαλδημοκρατών για ένα προσωρινό στόχο σήμαινε ακριβώς την μετατροπή τους σε τυχοδιώκτες, οπορτουνιστές, περιορίζοντας έτσι την τακτική και τον προσανατολισμό τους. Χωρίς μια συνεπή πολιτική γραμμή είναι αναπόφευκτο να πέσουμε σε πολιτική πτώχευση η οποία είναι ήδη πάρα πολύ κοινή στη σύγχρονη πολιτική.

Η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία είναι εξαιρετικά σημαντική στην ταξική πάλη, γιατί χωρίς επιστημονική θεωρία, ώστε να φωτιστούν τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη, δεν υπάρχει τρόπος για την εργατική τάξη να αναπτύξει πραγματικές μεθόδους ώστε να κερδίσει την πολιτική και οικονομική της ελευθερία.

Αυτό το στίγμα του "δογματισμού", αποπροσανατολίζει όσους δεν έχουν ακόμη εξοπλιστεί ώστε να παλέψουν δια μέσω των διάφορων διαφωνιών που υπάρχουν στη θεωρητική ανάπτυξη της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας εναντίον των πιο οπισθοδρομικών και αντιδραστικών θεωριών. Αλλά ο "δογματισμός" δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό: ένα στίγμα.

Εκείνοι που αποτυγχάνουν να συνειδητοποιήσουν αυτόν τον κίνδυνο, απομακρύνονται όλο και περισσότερο και τελικά τον απορρίπτουν πλήρως. "Και όλα αυτά", λένε οι "αντιδογματιστές", "για να σώσουμε τον μαρξισμό από την αποστείρωση."

Στην πραγματικότητα πρόκειται περί του ακριβώς αντίθετου. Με το να αποδέχεσαι ότι ένα τέτοιο στίγμα είναι υπαρκτό, επιτρέπεις την εγκατάλειψη κάθε στάσης αρχής και ως εκ τούτου τροφοδοτείται η περαιτέρω ανάπτυξη του οπορτουνισμού, που είναι αυτός που αποστειρώνει πραγματικά το εργατικό κίνημα, εδώ και σε όλο τον κόσμο, ακριβώς όπως η πρόφαση του "αντιδογματισμού" έκανε πάντα .

Η πολιτική πράξη από μόνη της δεν είναι αρκετή για να απελευθερώσει την εργατική τάξη. Η ιδεολογική πάλη είναι είναι το μεγαλύτερο ζητούμενο, ειδικά σε μια εποχή όπου η αναθεωρητισμός είναι πανδημικός.

Η εγκατάλειψη του μαρξισμού-λενινισμού με την δικαιολογία ότι είναι "δογματικός" είναι ολοκληρωτική προδοσία της εργατικής τάξης, γιατί είναι μια συνειδητή προσπάθεια να κλείσεις τα μάτια της μπροστά σε αυτήν την κατάσταση. Αυτό ακριβώς είναι που οι "αντιδογματικοί" μας προσπαθούν να επιτύχουν. Όταν θέτουμε το ζήτημα με αυτό τον τρόπο, γίνεται σαφές ότι το στίγμα του δογματισμού ανήκει σε αυτή την τάξη η οποία δεν θέλει την εργατική τάξη να συνειδητοποιήσει την πραγματική φύση της κοινωνίας στην οποία βρίσκεται υπόδουλη, αυτή η τάξη που δεν θέλει να δει την προνομιακή της θέση να απειλείται, η οποία συντηρείται από τον ιδρώτα της εργατικής τάξης – αυτή που ανήκει στους εκμεταλλευτές της εργασίας.

Εμείς καλά θα κάνει να εκφράσουμε τη γνώμη μας, προς όφελος των αντιδογματικών, ότι ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι δόγμα, ούτε είναι συγκρίσιμος με τη θρησκεία εξαιτίας του επιστημονικού του χαρακτήρα του.

Είναι συγκρίσιμος με τη θρησκεία στο βαθμό που είναι μια ιδεολογία στην οποία οι άνθρωποι πιστεύουν, προωθούν τον λόγο του, και οργανώνονται γύρω από αυτόν, αλλά αυτό ισχύει για κάθε ιδεολογία. Θα μπορούσαμε να προσάψουμε στους "αντιδογματικούς" την ίδια κατηγορία: "Ο φετιχισμός σας για εκκαθάριση της ιδεολογίας είναι παρόμοιος με των θρησκευτικών κηρύκων!", κατηγορία που θα φέρει ακριβώς το ίδιο βάρος (ή έλλειψη τέτοιου), με την δική τους.

Η διαφορά ανάμεσα σε μας και στoυς θρησκευτικούς ιδεολόγους (συμπτωματικά, και στους "αντιδογματικούς" επίσης) είναι ότι οι θρησκευτικές οργανώσεις λειτουργούν αποκλειστικά για να αποσπούν την προσοχή των λαών μακριά από τις πραγματικές συνθήκες που τους μαστίζουν. Μια από τις πιο βασικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, από την άλλη πλευρά, είναι ότι η αλλαγή είναι παντού και αναπόφευκτη, έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε προσεκτικοί όσον αφορά τις εξελίξεις και τις ιδιαιτερότητες τους, να εξετάζουμε τις πραγματικές συνθήκες.

Είμαστε περισσότερο από πρόθυμοι να προσαρμόσουμε την ιδεολογία μας, εάν κατά τη διάρκεια του αγώνα συνειδητοποιήσουμε ότι κάναμε λάθος εκτίμηση της κατάστασης - μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι η εφαρμογή της κατευθυντήριας θεωρίας μας είναι εσφαλμένη. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα την υποτιμήσουμε τόσο πολύ ώστε να υιοθετήσουμε οπισθοδρομικές ιδέες και μεθόδους που έχουν αποδειχθεί ήδη ότι είναι άγονες λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς και ιστορικές εμπειρίες. Εκτός και εάν οι "αντιδογματικοί" μπορούν να αποδείξουν ως λαθεμένη την ιδεολογία μας, εμείς πρέπει να απορρίψουμε το μπαμπούλα του "δόγματος" και να τον τοποθετήσουμε μαζί με άλλες αφηρημένες και θρασείς κατηγορίες, όπως κάναμε και στο άρθρο μας “Μύθοι για το μαρξισμό-λενινισμό”:
Στην παρούσα συγκυρία, μπορούμε να ομολογήσουμε μόνο, ότι είμαστε "δογματικοί" στο να επιμένουμε στην παγκόσμια κομμουνιστική επανάσταση, επιμένουμε για την ίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, και έχουμε την πρόθεση να ακολουθήσουμε τον μαρξισμό-λενινισμό, την επαναστατική μέθοδο η οποία έχει δοκιμαστεί και αποδειχτεί ως το θεωρητικό υπόβαθρο του προλεταριάτου ενάντια στις δυνάμεις του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού, και το ρεβιζιονισμού. Με λίγα λόγια, είμαστε "δογματικοί" στην πρόθεσή μας να νικήσουμε, και το σύνολο της ιδεολογίας μας και της δραστηριότητάς μας είναι σύμφωνο με τις απαιτήσεις μιας τέτοιας πρόθεσης.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Georges Sorel - Για την απεργία ως μορφή ταξικής πάλης

Georges Sorel
Στοχασμοί για τη βία (αποσπάσματα)
Μτφρ.: Αντώνης Μπαλασόπουλος

Κεφάλαιο 4
Η προλεταριακή απεργία

Κάθε φορά που προσπαθούμε να αποκτήσουμε μια ακριβή αντίληψη για τις ιδέες πίσω από την προλεταριακή βία αναγκαζόμαστε να επιστρέψουμε στην ιδέα της γενικής απεργίας· αλλά αυτή η ίδια έννοια μπορεί να μας προσφέρει πολλές ακόμα υπηρεσίες και να ρίξει αναπάντεχο φως πάνω σε όλα τα άλλα σκοτεινά στοιχεία του σοσιαλισμού. Στις τελευταίες σελίδες του προηγούμενου κεφαλαίου, σύγκρινα τη γενική απεργία με την ναπολεονική μάχη η οποία συντρίβει τελειωτικά τον αντίπαλο. Η σύγκριση αυτή θα μάς βοηθήσει να καταλάβουμε τον ιδεολογικό ρόλο της γενικής απεργίας.

Όταν οι σημερινοί συγγραφείς στρατιωτικών πραγματειών συζητούν για τις νέες μεθόδους πολέμου που γίνονται αναγκαίες από την χρήση στρατευμάτων ασύγκριτα μεγαλύτερων από αυτών του Ναπολέοντα, και οπλισμένων με όπλα πολύ πιο θανατηφόρα από αυτά του καιρού του, φαντάζονται παρ' όλα αυτά ότι οι πόλεμοι θα καθοριστούν με ναπολεονικές μάχες. Η νέα τακτική που προτείνεται πρέπει να ταιριάζει με το δράμα που είχε οραματιστεί ο Ναπολέων. Χωρίς αμφιβολία, η λεπτομερής ανάπτυξη της μάχης θα είναι πολύ διαφορετική από αυτό που ήταν κάποτε· αλλά το τέλος πρέπει να είναι πάντοτε η καταστροφική ήττα του αντιπάλου. Οι μέθοδοι της στρατιωτικής κατήχησης έχουν ως στόχο να προετοιμάσουν τον στρατιώτη για αυτή τη μεγάλη και φοβερή δράση στην οποία πρέπει όλοι να είναι έτοιμοι να λάβουν μέρος με το πρώτο σινιάλο. Από τα πιο υψηλόβαθμα στα πιο χαμηλόβαθμα, τα μέλη ενός πραγματικά καλά οργανωμένου στρατού πρέπει να έχουν κατά νου αυτό το καταστροφικό αποτέλεσμα των διεθνών συγκρούσεων.

Τα επαναστατικά συνδικάτα μιλούν για την σοσιαλιστική δράση με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μιλούν οι συγγραφείς στρατιωτικών πραγματειών για τον στρατό. Συμπεριλαμβάνουν το σύνολο του σοσιαλισμού στην γενική απεργία· βλέπουν κάθε συνδυασμό ως κάτι που θα έπρεπε να αποκορυφώνεται σε αυτό το δεδομένο· βλέπουν σε κάθε απεργία ένα μοντέλο, μια δοκιμασία, μια προετοιμασία για την μεγάλη τελική ανατροπή.

Η νέα σχολή, που αποκαλεί τον εαυτό της Μαρξιστική, συνδικαλιστική και επαναστατική, αποφάνθηκε υπέρ της ιδέας της γενικής απεργίας μόλις απέκτησε ξεκάθαρη συνείδηση των δικών της αρχών, των συνεπειών της δράσης της, και της δικής της καινοτομίας. Έτσι, κατάφερε να έρθει σε ρήξη με τις παλιές επίσημες, ουτοπικές και πολιτικές κλίκες που έβλεπαν τη γενική απεργία με τρόμο και, σε έντονη αντίθεση με αυτές, να κάνει το άλμα προς το πραγματικό κίνημα του επαναστατικού προλεταριάτου -- το οποίο, για πολύ καιρό, είχε καταστήσει την προσκόλληση στην γενική απεργία τη δοκιμασία μέσω της οποίας ο σοσιαλισμός των εργατών θα διακρινόταν από αυτόν των ερασιτεχνών επαναστατών.

Οι κοινοβουλευτικοί σοσιαλιστές μπορούν να έχουν μεγάλη επίδραση μόνο εάν, χρησιμοποιώντας μια πολύ μπερδεμένη γλώσσα, μπορέσουν να επιβληθούν σε πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ομάδες: πρέπει να έχουν ψηφοφόρους από την εργατική τάξη που να είναι αρκετά αδαείς ώστε να επιτρέψουν στον εαυτό τους να εξαπατηθούν από στομφώδεις εκφράσεις για τον μελλοντικό κολλεκτιβισμό· είναι αναγκασμένοι να αναπαραστήσουν τον εαυτό τους ως εμβριθή φιλόσοφο σε ηλίθια τμήματα της μπουρζουαζίας που θέλουν να φαίνονται καλά πληροφορημένα για τα κοινωνικά ζητήματα· είναι απόλυτα απαραίτητο για αυτούς να μπορούν να εκμεταλλεύονται τους πλούσιους που νομίζουν ότι κερδίζουν την ευγνωμοσύνη της ανθρωπότητας συμμετέχοντας στο εγχείρημα του πολιτικού σοσιαλισμού. Η επιρροή αυτή βασίζεται στη μπουρδολογία και οι μεγάλοι μας άνδρες προσπαθούν, ορισμένες φορές με υπερβολική επιτυχία, να δημιουργήσουν σύγχυση στις ιδέες των αναγνωστών τους. Απεχθάνονται την γενική απεργία γιατί όλη η προπαγάνδα που την περιτριγυρίζει είναι υπερβολικά σοσιαλιστική για να ικανοποιεί φιλανθρώπους.

Στα στόματα αυτών των υποτιθέμενων εκπροσώπων του προλεταριάτου, κάθε σοσιαλιστική διατύπωση χάνει το πραγματικό νόημά της. Ο ταξικός αγώνας παραμένει η μεγάλη αρχή, αλλά πρέπει να υποταχθεί στην εθνική ενότητα. Ο διεθνισμός είναι ζήτημα πίστης σχετικά με το οποίο και οι πιο μετριοπαθείς δηλώνουν πως είναι έτοιμοι να δώσουν τους πιο βαρείς όρκους· αλλά, να, ο πατριωτισμός επίσης επιβάλλει ιερά καθήκοντα. Η χειραφέτηση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων, όπως μάς λένε κάθε μέρα οι εφημερίδες τους [των κοινοβουλευτικών σοσιαλιστών], αλλά η πραγματική χειραφέτηση συνίσταται στο να ψηφίζεις έναν επαγγελματία πολιτικό, να του εξασφαλίζεις τα μέσα για μια βολική ζωή, και να υποτάσσεσαι σε έναν αρχηγό. Στο τέλος, το Κράτος πρέπει να εξαφανιστεί και [οι κοινοβουλευτικοί σοσιαλιστές] είναι πολύ προσεκτικοί να μην αμφισβητήσουν αυτό που έγραψε ο Ένγκελς για το ζήτημα. Αλλά αυτή η εξαφάνιση θα λάβει χώρα μόνο σε ένα μέλλον τόσο μακρινό ώστε κάποιος να πρέπει να προετοιμαστεί για αυτό χρησιμοποιώντας στο μεταξύ το Κράτος ως μέσο που επιτρέπει στους πολιτικούς να φάνε με τη σέσουλα. Και έτσι, το καλύτερο μέσο για την επίσπευση της εξαφάνισης του Κράτους συνίσταται στην προσωρινή ενίσχυση της κυβερνητικής μηχανής. Ο Γκριμπουίγ που έπεσε μέσα στο νερό για να μη βραχεί απ' την βροχή δεν θα είχε διαφορετική συλλογιστική. Και λοιπά, και λοιπά.

[...] Η επιθυμία να κατασκευάσουμε υποθέσεις για την φύση των αγώνων του μέλλοντος και για τα μέσα της νίκης επί του καπιταλισμού σύμφωνα με το μοντέλο που προσφέρουν οι ιστορικές αφηγήσεις αποτελεί επιστροφή στις παλιές μεθόδους των ουτοπιστών. Δεν υπάρχει μια μέθοδος δια της οποίας το μέλλον να μπορεί να προβλεφθεί επιστημονικά, ούτε μια [μέθοδος] που να μάς επιτρέπει να συζητήσουμε για το αν μια υπόθεση για αυτό είναι καλύτερη από μια άλλη.[...]

Κι όμως δεν μπορούμε να δράσουμε χωρίς να αφήσουμε στην άκρη το παρόν, χωρίς να αναλογιστούμε το μέλλον, το οποίο μοιάζει πάντοτε καταδικασμένο να ξεφεύγει από την λογική μας. Η εμπειρία δείχνει ότι η πλαισίωση του μέλλοντος σε κάποιο ακαθόριστο χρόνο μπορεί, όταν επιτευχθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, να είναι πολύ αποτελεσματική και να παρουσιάσει λίγα εμπόδια· αυτό συμβαίνει όταν το ζήτημα είναι οι μύθοι, όπου και βρίσκονται όλες οι ισχυρότερες τάσεις ενός λαού, ενός κόμματος ή μιας τάξης -- τάσεις οι οποίες επαναλαμβάνονται στον νου με την επιμονή ενστίκτων σε όλες τις περιστάσεις της ζωής, και οι οποίες δίνουν την όψη της ολοκληρωμένης πραγματικότητας στις ελπίδες για άμεση δράση στις οποίες βασίζεται η αναμόρφωση της θέλησης.

[...]

Οι πρώτοι Χριστιανοί ανέμεναν την επιστροφή του Ιησού και την ολική καταστροφή του ειδωλολατρικού κόσμου, μαζί με την ίδρυση του βασιλείου των αγίων, στο τέλος της πρώτης [τους] γενιάς. Η καταστροφή αυτή δεν ήρθε, αλλά η χρισιτανική σκέψη άντλησε τόσο μεγάλα οφέλη από τον αποκαλυπτικό μύθο ώστε κάποιοι σύγχρονοι μελετητές να θεωρούν ότι όλη η διδασκαλία του Χριστού αναφέρεται αποκλειστικά σε αυτό και μόνο το σημείο. [...] Μπορούμε πρόθυμα να παραδεχτούμε ότι οι πραγματικές εξελίξεις της Επανάστασης δεν έμοιαζαν με κανέναν τρόπο με τις μαγευτικές εικόνες που δημιούργησαν τον ενθουσιασμό των πρώτων της ακολούθων· αλλά χωρίς τέτοιες εικόνες θα είχε επικρατήσει η Επανάσταση; [...]- Στην δική μας εποχή, ο Ματσίνι επεδίωξε κάτι που οι σοφοί των ημερών του αποκάλεσαν τρελή χίμαιρα· αλλά δεν μπορούμε να αρνούμαστε πια το γεγονός ότι χωρίς τον Ματσίνι η Ιταλία δεν θα είχε γίνει ποτέ σημαντική δύναμη, και ότι [ο ίδιος] έκανε περισσότερα για την ιταλική ενοποίηση από ότι ο Καβούρ και όλοι οι πολιτικοί της σχολής του.

Η γνώση του τι περιέχουν οι μύθοι από άποψη λεπτομερειών που θα σχηματίσουν πραγματικά την ιστορία του μέλλοντος είναι λοιπόν μικρής σημασίας· δεν είναι [οι μύθοι] αστρολογικοί καζαμίες. Είναι μάλιστα εφικτό να μην περιέχουν τίποτε που να πραγματοποιηθεί -- όπως έγινε και με την καταστροφή που ανέμεναν οι πρώτοι Χριστιανοί.

[...]

Οι μύθοι πρέπει να κρίνονται ως μέσα δράσης πάνω στο παρόν. Κάθε συζήτηση για την μέθοδο εφαρμογής τους ως μελλοντική ιστορία είναι χωρίς νόημα. Είναι ο μύθος ως σύνολο που έχει σημασία, και αυτός μόνο: τα μέρη του έχουν ενδιαφέρον μόνο στον βαθμό που τονίζουν τη βασική ιδέα. Δεν εξυπηρετείται κανένας χρήσιμος σκοπός, συνεπώς, με το να διατυπώνουμε επιχειρήματα για τα περιστατικά που μπορεί να συμβούν στην διάρκεια του κοινωνικού πολέμου, και για τις κρίσιμες συγκρούσεις που μπορεί να δώσουν την νίκη στο προλεταριάτο· ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι επαναστάτες ήταν πλήρως και εντελώς εκτός πραγματικότητας όταν δημιουργούσαν την φανταστική εικόνα της γενικής απεργίας, παρ' όλα αυτά η εικόνα αυτή μπορεί να έχει υπάρξει, στη διάρκεια της προετοιμασίας για επανάσταση, ένα σημαντικό συστατικό ισχύος εφόσον αγκάλιαζε όλες τις ελπίδες του σοσιαλισμού και εφόσον έδινε σε όλο το σώμα της επαναστατικής σκέψης μια ακρίβεια και μια ακαμψία που δεν θα μπορούσε να της δώσει καμία άλλη μέθοδος σκέψης.

Για να αξιολογήσουμε λοιπόν την σημασία της ιδέας της γενικής απεργίας, πρέπει να εγκαταλείψουμε όλες τις μεθόδους συζήτησης που βρίσκονται σε χρήση ανάμεσα στους πολιτικούς, του κοινωνιολόγους ή αυτούς που υποτίθεται ότι ασχολούνται με την πρακτική επιστήμη. Όλα όσα προσπαθούν να εδραιώσουν οι αντίπαλοι της ιδέας αυτής μπορούν να τους εκχωρηθούν χωρίς αυτό να μειώνει στο παραμικρό την αξία της θέσης που νομίζουν ότι διέψευσαν. Μικρή σημασία έχει το αν η γενική απεργία είναι εν μέρει πραγματική ή απλώς παράγωγο της λαϊκής φαντασίας. Το μόνο που είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε είναι αν η γενική απεργία εμπεριέχει όλα όσα αναμένει από το επαναστατικό προλεταριάτο το σοσιαλιστικό δόγμα.

Για να επιλύσουμε το ερώτημα αυτό, δεν είμαστε πια αναγκασμένοι να επιχειρηματολογούμε εμβριθώς για το μέλλον. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να παραδινόμαστε σε υψηλόφρονους στοχασμούς περί φιλοσοφίας, ιστορίας ή οικονομίας. Δεν βρίσκομαστε στον χώρο των ιδεολογιών, αλλά μπορούμε να παραμείνουμε στον χώρο των παρατηρήσιμων γεγονότων. Πρέπει να εξετάσουμε ανθρώπους που παίρνουν πολύ ενεργό μέρος στο πραγματικό επαναστατικό κίνημα μέσα στο προλεταριάτο, που δεν φιλοδοξούν να ανέβουν στο επίπεδο της μπουρζουαζίας, και που το μυαλό τους δεν κυριαρχείται από προκαταλήψεις περί κοινωνικής ενσωμάτωσης. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να γελιούνται για έναν ατέρμονο αριθμό πολιτικών, οικονομικών και ηθικών ζητημάτων: αλλά η μαρτυρία τους είναι καθοριστική, κυρίαρχη και αδιάψευστη όταν το ζητούμενο είναι το να ξέρεις ποιες είναι οι ιδέες που συγκινούν περισσότερο αυτούς και τους συντρόφους τους, ποιες τους φαίνονται ελκυστικές γιατί εμφανίζονται ως ταυτόσημες με τις αντιλήψεις τους για τον σοσιαλισμό, και χάρη σε ποιες φαίνεται να συναπαρτίζει μια αδιαίρετη ενότητα η λογική τους, οι ελπίδες τους και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται συγκεκριμένα γεγονότα.

Χάρη σ' αυτούς τους ανθρώπους γνωρίζουμε ότι η γενική απεργία είναι όντως αυτό που είπα: ο μύθος στον οποίο συνίσταται ολοκληρωτικά ο σοσιαλισμός, δηλαδή μια σειρά εικόνων οι οποίες έχουν την ικανότητα να φέρουν στον νου ενστικτωδώς όλα τα συναισθήματα που ανταποκρίνονται στις διαφορετικές εκφάνσεις του πολέμου που διεξάγει ο σοσιαλισμός ενάντια στην σύγχρονη κοινωνία. Οι απεργίες έχουν ξυπνήσει στο προλεταριάτο τα πιο ευγενή, τα πιο βαθιά, και τα πιο συγκινητικά συναισθήματα που έχει. Η γενική απεργία τα ομαδοποιεί όλα σε μια συντονισμένη εικόνα και, φέρνοντάς τα μαζί, δίνει στο κάθε ένα την μέγιστη έντασή του· ανακαλώντας την επίπονη μνήμη τους [των προλεταρίων] για συγκεκριμένες συγκρούσεις, χρωματίζει όλες τις λεπτομέρειες της σύνθεσης που παρουσιάζεται στην συνείδησή τους με μια έντονη ζωτικότητα. Έτσι αντλούμε μια διαίσθηση του σοσιαλισμού που η γλώσσα δεν μπορεί να δώσει με τέλεια καθαρότητα -- και την αντλούμε ως σύνολο, ως κάτι που γίνεται αντιληπτό ταυτόχρονα.

[...]
Αν [οι σοσιαλιστές πολιτικοί μας] εναντιώνονται στην γενική απεργία είναι επειδή αναγνωρίζουν, στην διάρκεια των περιοδειών προπαγάνδας τους, ότι η ιδέα της γενικής απεργίας είναι τόσο καλά προσαρμοσμένη στην ψυχή της εργατικής τάξης που υπάρχει η πιθανότητα να κυριαρχήσει σ' αυτή με τον πιο απόλυτο τρόπο, και να μην αφήσει χώρο για τις επιθυμίες που μπορούν να ικανοποιήσουν οι κοινοβουλευτικοί. Αντιλαμβάνονται ότι η ιδέα αυτή είναι τόσο αποτελεσματική ως κινητήρια δύναμη που, άπαξ και μπει στο μυαλό του λαού, αυτός δεν μπορεί πια να ελεγχθεί από ηγέτες και έτσι ότι η δύναμη των αντιπροσώπων του θα καταλήξει στο μηδέν. Με λίγα λόγια, νιώθουν, με τρόπο ασαφή, ότι όλο το σοσιαλιστικό κίνημα μπορεί εύκολα να απορροφηθεί απ' την γενική απεργία, πράγμα που θα καθιστούσε άχρηστους όλους τους συμβιβασμούς ανάμεσα σε πολιτικές ομάδες εν όψει των οποίων χτίζεται το κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Η αντίθεση των επίσημων σοσιαλιστών λοιπόν μας προσφέρει την επιβεβαίωση της πρώτης μας διερεύνησης περί της σημασίας της γενικής απεργίας.

[...] Είδαμε ότι η γενική απεργία πρέπει να εξετάζεται ως ένα αδιαίρετο όλον· συνεπώς, καμία λεπτομέρεια σχετικά με τρόπους και μέσα δεν θα προσφέρει την παραμικρή βοήθεια προς την κατανόηση του σοσιαλισμού. Θα έπρεπε μάλλον να προσθέσουμε ότι υπάρχει πάντοτε ένας κίνδυνος απώλειας ενός κομματιού της κατανόησης αυτής εάν γίνει προσπάθεια να διαιρεθεί αυτό το όλον σε μέρη.

[...]

οι βασικές αρχές του Μαρξισμού μπορούν να γίνουν τέλεια κατανοητές μόνο με τη βοήθεια της εικόνας της γενικής απεργίας και, από την άλλη πλευρά, η πλήρης σημασία αυτής της εικόνας, μπορούμε να εικάσουμε, είναι προφανής μόνο σε αυτούς που έχουν βαθιά γνώση της Μαρξιστικής σκέψης.

Α. Πρώτα από όλα, θα μιλήσω για τον ταξικό αγώνα, ο οποίος είναι το σημείο εκκίνησης για κάθε σοσιαλιστική σκέψη και ο οποίος έχει τόσο μεγάλη ανάγκη διαύγασης, καθώς οι σοφιστές έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις για αυτόν.

1) Ο Μαρξ μιλά για την κοινωνία ωσάν αυτή να χωριζόταν σε δύο ουσιαστικά ανταγωνιστικές ομάδες· η παρατήρηση όμως, συχνά λέγεται, δεν δικαιολογεί αυτή την θέση περί διχοτόμησης, και είναι αλήθεια ότι είναι απαραίτητη μια προσπάθεια της θέλησης για να την δούμε να επιβεβαιώνεται στα φαινόμενα της καθημερινής ζωής.

Η οργάνωση ενός καπιταλιστικού εργοταξίου μας προσφέρει μια πρώτη προσέγγιση, και η πληρωμή με το κομμάτι παίζει έναν βασικό ρόλο στην διαμόρφωση της ταξικής ιδέας. Στην πραγματικότητα, καθιστά σαφή την αντιπαλότητα συμφερόντων σχετικά με τις τιμές των εμπορευμάτων: οι εργάτες νιώθουν ότι βρίσκονται κάτω από την εξουσία των εργοδοτών με τον ίδιο τρόπο που οι χωρικοί νιώθουν ότι βρίσκονται υπό την εξουσία των εμπόρων και των τοκογλύφων στις πόλεις· η ιστορία δείχνει ότι καμία αντίθεση δεν έχει εσωτερικευτεί βαθύτερα από αυτή την δεύτερη· από τότε που υπάρχει πολιτισμός, η πόλη και η επαρχία έχουν αποτελέσει αμοιβαία εχθρικά στρατόπεδα. Η πληρωμή με το κομμάτι δείχνει επίσης ότι στον κόσμο των μισθωτών υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που μοιάζει τρόπον τινά με τους λιανοπώλες, μιας και έχει την αυτοπεποίθηση του εργοδότη και δεν ανήκει στον κόσμο του προλεταριάτου.

Η απεργία ρίχνει ένα νέο φως σε όλα τούτα. Χωρίζει τα συμφέροντα και τους διαφορετικούς τρόπους σκέψης των δύο ομάδων μισθωτών πολύ καλύτερα από ότι κάνουν οι καθημερινές περιστάσεις της ζωής. Γίνεται έτσι ξεκάθαρο ότι η ομάδα με εμπειρία στη διοίκηση έχει μια φυσική τάση να γίνεται μια μικρή αριστοκρατία· για τούς ανθρώπους αυτούς, ο Κρατικός σοσιαλισμός θα ήταν συμφέρων διότι θα ανέβαιναν στην κοινωνική ιεραρχία.

Όμως όλες αυτές οι αντιθέσεις γίνονται εκπληκτικά ξεκάθαρες όταν οι συγκρούσεις μεγενθύνονται στην κλίμακα της γενικής απεργίας. Τότε όλα τα κομμάτια της οικονομικο-νομικής δομής, στο σημείο που η δεύτερη γίνεται αντιληπτή από την οπτική γωνία της ταξικής πάλης, φτάνουν στο αποκορύφωμα της τελειότητάς τους. Η κοινωνία χωρίζεται ξεκάθαρα στα δύο, και μόνο στα δύο, στο πεδίο της μάχης. Καμία φιλοσοφική εξήγηση των γεγονότων που παρατηρούνται στα πρακτικά ζητήματα δεν θα μπορούσε να προσφέρει τόσο έντονο φως όσο κάνει η εξαιρετικά απλή εικόνα που η επίκληση της γενικής απεργίας βάζει μπροστά στα μάτια μας.

2. Θα ήταν αδύνατον να αντιληφθούμε την εξαφάνιση της καπιταλιστικής κυριαρχίας χωρίς να υποθέσουμε ένα φλογερό αίσθημα εξέγερσης, πάντοτε παρόν στην ψυχή του εργάτη. Αλλά η εμπειρία μας δείχνει ότι πολύ συχνά, οι εξεγέρσεις μιας μέρας απέχουν πόρρω από το να έχουν έναν πραγματικά συγκεκριμένο σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Συχνά, τα πιο βίαια ξεσπάσματα εξαρτήθηκαν από πάθη τα οποία θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν μέσα στον αστικό κόσμο. Πολλοί επαναστάτες έχει διαπιστωθεί ότι εγκαταλείπουν την παλιά τους αδιαλλαξία όταν βρίσκονται στο δρόμο για τα πλούτη. - Δεν είναι μόνο ζητήματα υλιστικού είδους που δημιουργούν αυτές τις συχνές και σκανδαλώδεις μεταστροφές· η ματαιοδοξία, πολύ περισσότερο από ότι το χρήμα, είναι η μεγάλη κινητήριος δύναμη στο πέρασμα του επαναστάτη στην μπουρζουαζία. - Όλα τούτα θα ήταν αμελητέας σημασίας αν ήταν απλώς ζήτημα λίγων, εξαιρετικών ατόμων. Αλλά συχνά έχει υποστηριχτεί ότι η ψυχολογία των εργαζόμενων μαζών προσαρμόζεται τόσο εύκολα στην καπιταλιστική τάξη ώστε να μπορεί ραγδαία να εξασφαλιστεί η κοινωνική ειρήνη αν οι εργοδότες από την πλευρά τους κάνουν λίγες θυσίες.

[...]

Η παρατήρηση δείχνει ότι [...] τη μέρα που τα παραμικρότερα περιστατικά της καθημερινής ζωής γίνονται συμπτώματα της κατάστασης πάλης μεταξύ των τάξεων, όταν κάθε σύγκρουση είναι ένα περιστατικό του κοινωνικού πολέμου, όταν κάθε απεργία δημιουργεί την προοπτική μιας ολικής καταστροφής, τη μέρα εκείνη δεν υπάρχει πια η πιθανότητα της κοινωνικής ειρήνης, της συμφιλίωσης με τη ρουτίνα, ή του ενθουσιασμού για φιλάνθρωπους ή επιτυχημένους εργοδότες. Η ιδέα της γενικής απεργίας έχει τέτοια κινητήρια ισχύ από πίσω που σέρνει στον επαναστατικό δρόμο κάθε τι που αγγίζει. Χάρις την ιδέα αυτή, ο σοσιαλισμός παραμένει πάντοτε νέος. Καθε απόπειρα να επαναφέρουν την κοινωνική ειρήνη φαίνεται παιδαριώδης. Οι λιποταξίες συντρόφων στις τάξεις της μπουρζουαζίας, αντί να αποθαρρύνουν τις μάζες, τις προκαλούν ακόμα περισσότερο στην εξέγερση· με μια λέξη, η γραμμή διαίρεσης δεν βρίσκεται ποτέ σε κίνδυνο να εξαφανιστεί.

3. Οι επιτυχίες των πολιτικών στις προσπάθειές τους να ασκήσουν αυτό που ονομάζουν προλεταριακή επίδραση πάνω στους αστικούς θεσμούς αποτελούν ένα πολύ μεγάλο εμπόδιο για την συντήρηση της έννοιας της ταξικής πάλης. Ο κόσμος πάντα διαιωνιζόταν στη βάση συμβιβασμών μεταξύ αντιπάλων κομμάτων και η τάξη ήταν πάντοτε παροδική. [...]

Δεν έχει δοθεί αρκετή σημασία στο γεγονός ότι πολλά είδη πολιτικής, διοικητικής και οικονομικής οργάνωσης μπορούν να προσαρμοστούν στην κυριαρχία της αστικής τάξης. Δεν πρέπει να δίνουμε πάντα μεγάλη σημασία στις βίαιες επιθέσεις κατά της μπουρζουαζίας· μπορεί να έχουν ως κίνητρο την επιθυμία να αναμορφωθεί και να τελειοποιηθεί ο καπιταλισμός.

[...]
Η γενική απεργία καταστρέφει όλες τις θεωρητικές συνέπειες κάθε εφικτής κοινωνικής πολιτικής· οι υποστηρικτές της βλέπουν ακόμη και τις πιο λαοφιλείς μεταρρυθμίσεις ως αστικές σε χαρακτήρα. Στον βαθμό που τούς αφορά, τίποτε δεν μπορεί να αδυνατίσει την βασική αντίθεση της ταξικής πάλης. Όσο πιο ορατή γίνεται η πολιτική των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, τόσο περισσότερο θα νιώσει ο σοσιαλισμός την ανάγκη να αντιμετωπίσει την εικόνα της προόδου που έχει ως στόχο αυτή η πολιτική να δημιουργήσει, με την εικόνα της πλήρους καταστροφής που τόσο τέλεια προσφέρει η γενική απεργία.

Ας εξετάσουμε τώρα, με την βοήθεια της αντίληψης της γενικής απεργίας, ορισμένες πολύ βασικές όψεις της Μαρξιστικής επανάστασης.

1. Ο Μαρξ λέει ότι την ημέρα της επανάστασης το προλεταριάτο θα είναι πειθαρχημένο, ενωμένο και οργανωμένο από την ίδια την μηχανοποίηση της παραγωγής [...] Οι διαφορετικοί όροι που χρησιμοποιεί ο Μαρξ για να περιγράψει την προετοιμασία για την αποφασιστική μάχη δεν πρέπει να ληφθούν κυριολεκτικά ως δεδομένα για ένα προκαθορισμένο μέλλον· η περιγραφή ως όλον είναι αυτή που πρέπει να μας απασχολεί, και αν την εκλάβουμε μ' αυτόν τον τρόπο είναι ολοκάθαρη: Ο Μαρξ θέλει να καταλάβουμε ότι η όλη προετοιμασία του προλεταριάτου εξαρτάται αποκλειστικά από την οργάνωση μιας επίμονης, αυξανόμενης και παθιασμένης αντίστασης στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων.

Η θέση αυτή έχει εξέχουσα σημασία αν θέλουμε να έχουμε μια ορθή κατανόηση του Μαρξισμού· συχνά όμως αμφισβητείται, αν όχι στην θεωρία, τουλάχιστον στην πράξη. Το προλεταριάτο, υποστηρίζεται, θα πρέπει να προετοιμαστεί για τον ρόλο που θα παίξει στο μέλλον με άλλους τρόπους από αυτούς του επαναστατικού συνδικαλισμού. Έτσι, οι υπέρμαχοι των συνεργατικών θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί εξέχουσα θέση στην δική τους συγκεκριμένη συνταγή μέσα στο εγχείρημα της χειραφέτησης. Οι δημοκράτες λένε ότι είναι ουσιώδες να καταργηθούν όλες οι προκαταλήψεις που πηγάζουν από την παλιά επιρροή του Καθολικισμού, κλπ. Πολλοί επαναστάτες πιστεύουν ότι, όσο χρήσιμος και αν είναι ο συνδικαλισμός, δεν είναι ο ίδιος αρκετός για να οργανώσει μια κοινωνία που χρειάζεται μια νέα φιλοσοφία, ένα νέο κώδικα νόμων, κλπ. Καθώς ο καταμερισμός εργασίας είναι ένας βασικός νόμος του κόσμου, οι σοσιαλιστές δεν θα πρέπει να ντρέπονται να απευθυνθούν σε ειδικούς στη φιλοσοφία και την νομική, εκ των οποίων δεν υπάρχει ποτέ έλειμμα. [...] Αυτή η επέκταση του σοσιαλισμού είναι αντίθετη με την Μαρξιστική θεωρία καθώς και την αντίληψη για την γενική απεργία. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η γενική απεργία απευθύνεται στον νου με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από κάθε άλλη φόρμουλα.

2. Έχω επισημάνει τον κίνδυνο για το μέλλον του πολιτισμού που παρουσιάζουν οι επαναστάσεις που λαμβάνουν χώρα σε μια εποχή οικονομικής παρακμής. Δεν μοιάζουν όλοι οι Μαρξιστές να έχουν ξεκαθαρίσει την αντίληψή τους για την σκέψη του Μαρξ πάνω σ' αυτό το θέμα. Ο Μαρξ πίστευε ότι πριν την μεγάλη καταστροφή θα προηγούνταν μια τεράστια οικονομική κρίση, αλλά οι κρίσεις που είχε στο μυαλό του ο Μαρξ δεν πρέπει να συγχέονται με την οικονομική παρακμή. Οι κρίσεις τού φαινόντουσαν αποτελέσματα υπερβολικού ρίσκου στα εγχειρήματα της παραγωγής, τα οποία [εγχειρήματα] δημιουργούν παραγωγικές δυνάμεις που είναι εκτός αναλογίας σε σχέση με τα ρυθμιστικά μέσα τα οποία θέτει σε λειτουργία αυτόματα ο καπιταλισμός. Τέτοιου είδους εγχειρήματα προϋποθέτουν ότι το μέλλον μοιάζει ευνοϊκό για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, και ότι η αντίληψη της οικονομικής προόδου κυριαρχεί απόλυτα στην περίοδο αυτή. Για να μπορέσουν να ενωθούν με το προλεταριάτο οι κατώτερες μεσαίες τάξεις, που μπορούν ακόμα να βρίσκουν σχετικά ανεκτές συνθήκες διαβίωσης κάτω απ' το καπιταλιστικό καθεστώς, είναι βασικό να μπορούν να οραματιστούν το μέλλον της παραγωγής ως κάτι που λάμπει με ελπίδες, όπως φαινόταν κάποτε η κατάκτηση της Αμερικής στους άγγλους χωρικούς που άφηναν την γηραιά Ευρώπη για να βουτήξουν σε μια περιπετειώδη ζωή.

Η γενική απεργία οδηγεί στα ίδια συμπεράσματα. Οι εργάτες έχουν συνηθίσει να βλέπουν τις εξεγέρσεις τους κόντρα στους περιορισμούς που επιβάλλει ο καπιταλισμός να πετυχαίνουν κατά την διάρκεια περιόδων ευμάρειας. Έτσι, μπορεί να ειπωθεί ότι άπαξ και ταυτίσεις την επανάσταση με τη γενική απεργία, γίνεται αδύνατον να θεωρήσεις ότι μπορεί να επέλθει ένας ουσιώδης μετασχηματισμός του κόσμου σε περίοδο οικονομικής παρακμής. Οι εργάτες έχουν εξίσου έντονη συναίσθηση ότι οι αγρότες και οι τεχνίτες δεν θα ενωθούν μαζί τους εκτός και αν το μέλλον εμφανίζεται τόσο ευοίωνο ώστε η βιομηχανία να μπορεί να καλυτερεύσει τη μοίρα όχι απλώς των παραγωγών, αλλά όλων.

Είναι πολύ σημαντικό να δίνουμε πάντοτε έμφαση στον μεγάλο βαθμό ευμάρειας που πρέπει να έχει η βιομηχανία για να παραμένει εφικτή η πραγμάτωση του σοσιαλισμού. Διότι η εμπειρία μάς δείχνει ότι είναι δια της προσπάθειας να σταματηθεί η πρόοδος του καπιταλισμού και να διατηρηθούν οι μορφές ύπαρξης των τάξεων που βρίσκονται σε παρακμή που οι προφήτες της κοινωνικής ειρήνης προσπαθούν να εξασφαλίσουν την λαϊκή αποδοχή. Οι συνδέσεις ανάμεσα στην επανάσταση και την διαρκή και ραγδαία πρόοδο της βιομηχανίας θα πρέπει να δειχθούν με δραματικό τρόπο.

3. Δεν μπορούμε να υπερτονίσουμε το γεγονός ότι ο Μαρξισμός καταδικάζει κάθε υπόθεση για το μέλλον που παράγουν οι Ουτοπιστές. Ο καθηγητής Μπρεντάνο διηγείται ότι το 1869 ο Μαρξ έγραψε στον φίλο του Μπίζλι (που είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο για το μέλλον της εργατικής τάξης), λέγοντάς του ότι ως τότε τον έβλεπε ως τον μοναδικό άγγλο επαναστάτη, και ότι εφεξής θα τον βλέπει ως αντιδραστικό -- διότι, είπε, "όποιος γράφει προγράμματα για το μέλλον είναι αντιδραστικός". Ο Μαρξ θεωρούσε ότι το προλεταριάτο δεν έχει ανάγκη μαθημάτων από τους μορφωμένους εφευρέτες λύσεων για τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά χρειαζόταν απλώς να αναλάβει δράση εκεί που σταματούσε να δρα ο καπιταλισμός. Δεν υπήρχε ανάγκη για προγράμματα του μέλλοντος. Τα προγράμματα είχαν ήδη δουλευτεί στα εργοτάξια. Η ιδέα μιας τεχνολογικής συνέχειας κυριαρχεί σε ολόκληρη την Μαρξιστική θέση.

Η εμπειρία που κερδίζεται από τις απεργίες μάς οδηγεί σε μια αντίληψη ταυτόσημη με αυτή του Μαρξ. Οι εργάτες που αφήνουν κάτω τα εργαλεία τους δεν πηγαίνουν στους εργοδότες με σχέδια για καλύτερη οργάνωση της εργασίας, και δεν τους προσφέρουν βοήθεια στην διαχείριση της δουλειάς τους. Με λίγα λόγια, δεν έχουν θέση οι ουτοπίες στις οικονομικές συγκρούσεις. Ο Ζορές και οι φίλοι του γνωρίζουν καλά πως αυτό είναι πολύ ισχυρό επιχείρημα κόντρα στις δικές τους ιδέες για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματωθεί ο σοσιαλισμός. Ακόμα και τώρα, θα ήθελαν να δουν σπαράγματα βιομηχανικών προγραμμάτων --τα οποία να παράγουν καταρτισμένοι κοινωνιολόγοι και να αποδέχονται οι εργάτες-- να εισάγονται στις διαπραγματεύσεις εν όψει απεργίας. Θα ήθελαν να δουν την δημιουργία αυτού που ονομάζουν βιομηχανικό κοινοβουλευτισμό, ο οποίος, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον πολιτικό κοινοβουλευτισμό, θα υπονοούσε χειραγωγήσιμες μάζες και δημαγωγούς, που τούς δείχνουν τον δρόμο. Αυτό θα ήταν το στάδιο εκμάθησης του ψευδο-σοσιαλισμού τους και θα μπορούσε να αρχίσει άμεσα.

Με την γενική απεργία, όλες αυτές οι ωραίες ιδέες εξαφανίζονται. Η επανάσταση εμφανίζεται ως απλή και καθαρή εξέγερση, και δεν κρατιέται θέση ούτε για κοινωνιολόγους, ούτε για ανθρώπους της μόδας που προτιμούν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ούτε για διανοούμενους που έχουν υιοθετήσει το επάγγελμα του να σκέφτονται για το προλεταριάτο.

Γ. Ο σοσιαλισμός ενέπνεε πάντοτε φόβο εξαιτίας του τεράστιου στοιχείου του άγνωστου που εμπεριέχει· ο κόσμος αισθάνεται ότι ένας μετασχηματισμός τέτοιου είδους δεν θα επέτρεπε επιστροφή. Οι ουτοπιστές χρησιμοποίησαν όλη τη λογοτεχνική τους τέχνη στην προσπάθειά τους να κατευνάσουν την αγωνία μέσω εικόνων τόσο μαγευτικών ώστε να εξοβελιστεί κάθε φόβος· όμως όσο περισσότερο μάζευαν ωραίες υποσχέσεις, τόσο οι σκεπτικοί υποπτευόντουσαν παγίδες -- και σ' αυτό δεν είχαν απόλυτο άδικο, μιας και οι ουτοπιστές θα οδηγούσαν τον κόσμο σε καταστροφές, τυραννία και ηλιθιότητα αν έβρισκαν πρόθυμα αυτιά.

Ο Μαρξ ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι η κοινωνική επανάσταση στο όνομα της οποίας μιλούσε θα αποτελούσε μια ανεπίστρεπτη μεταμόρφωση και ότι θα σηματοδοτούσε ένα απόλυτο διαχωρισμό ανέμσα σε δύο ιστορικές εποχές. Επέστρεφε συχνά σ' αυτή την ιδέα ενώ ο Ένγκελς προσπαθούσε να δείξει, μέσω εικόνων που καμμιά φορά ήταν λίγο πομπώδεις, το ότι η οικονομική χειραφέτηση θα ήταν το σημείο αναχώρησης για μια εποχή που δεν θα είχε σχέση με το παρελθόν. Απορρίπτοντας όλες τις ουτοπίες, αυτοί οι δύο θεμελιωτές αποκήρυξαν και κάθε πηγή δια μέσω της οποίας οι προκάτοχοί τους καθιστούσαν την προοπτική της επανάστασης λιγότερο τρομακτική· όσο όμως δυνατές και αν ήταν οι εντυπώσεις που χρησιμοποίησαν, τα αποτελέσματα που παρήγαγαν εξακολουθούν να είναι πολύ κατώτερα από αυτά που παράγονται από την επίκληση της γενικής απεργίας. Η αντίληψη αυτή το καθιστά αδύνατο να μη δούμε ότι ένα είδος ασταμάτητο κύμα θα περάσει πάνω από τον παλιό πολιτισμό.

Υπάρχει κάτι πολύ τρομακτικό σε τούτο. Αλλά νομίζω ότι είναι απόλυτα απαραίτητο να επιμείνουμε σ' αυτό το στοιχείο του σοσιαλισμού αν είναι να διατηρήσουμε την πλήρη του παιδευτική αξία. Οι σοσιαλιστές πρέπει να πειστούν ότι η εργασία στην οποία αφιερώνονται είναι σοβαρή, επιβλητική, και Υψηλή εργασία. Μόνο με την προϋπόθεση αυτή θα μπορέσουν να αντέξουν τις αμέτρητες θυσίες που τους επιβάλλονται από μια προπαγάνδα η οποία δεν μπορεί να προσφέρει ούτε τιμές, ούτε κέρδη, ούτε καν άμεση διανοητική ικανοποίηση. Ακόμα και αν το μόνο αποτέλεσμα της ιδέας της γενικής απεργίας ήταν να κάνει την σοσιαλιστική αντίληψη πιο ηρωική, θα έπρεπε για αυτόν τον λόγο και μόνον να την βλέπουμε ως κάτι που έχει ανεκτίμητη αξία.

Οι ομοιότητες που έχω μόλις υποδείξει ότι υπάρχουν ανάμεσα στον Μαρξισμό και την γενική απεργία θα μπορούσαν να προεκταθούν και να εμβαθυνθούν περαιτέρω. Αν έχουν ως τώρα αγνοηθεί, ο λόγος είναι ότι μάς κάνει μεγαλύτερη εντύπωση η μορφή των πραγμάτων από ότι το περιεχόμενό τους· πολλοί άνθρωποι βρίσκουν μεγάλες δυσκολίες στο να πειστούν ότι μπορεί να υπάρχουν παράλληλοι ανάμεσα σε μια φιλοσοφία που βασίζεται στον εγελιανισμό και τις νοητικές κατασκευές ανθρώπων που δεν έχουν καμία υψηλή κουλτούρα.

[...]

Έχω πει ότι ο Μαρξ απέρριψε κάθε προσπάθεια να καθοριστούν οι συνθήκες μιας μελλοντικής κοινωνίας: δεν μπορούμε να υπερτονίσουμε το σημείο αυτό, διότι δείχνει ότι ο Μαρξ πήρε θέση εκτός του πεδίου της αστικής επιστήμης. Το δόγμα της γενικής απεργίας απίσης αποκηρύττει αυτή την επιστήμη, και πολλοί καθηγητές κατά συνέπεια κατηγορούν την νέα σχολή [του συνδικαλιστικού Μαρξισμού] για το ότι έχει μόνον αρνητικές ιδέες· ο δικός τους στόχος, από την άλλη, είναι ο ευγενής στόχος του να οικοδομήσουν την γενική ευτυχία. Οι αρχηγοί της σοσιαλδημοκρατίας, νομίζω, δεν ήταν και πολύ Μαρξιστές στο σημείο αυτό. Λίγα χρόνια πριν, ο Κάουτσκι έγραψε τον πρόλογο σε μια μάλλον κωμική ουτοπία.

[...]

Οι υπέρμαχοι αυτής της άχρηστης ψευδο-επιστήμης [της αστικής κοινωνιολογίας] δεν επέτρεψαν στον εαυτό τους την αμφιβολία όταν αντιμετώπισαν την αντίρρηση, που είναι νόμιμη στην περίπτωση αυτή, ότι οι μέθοδοι υπολογισμού τους ήταν εντελώς ανεπαρκείς για να μπορέσουν να καθορίσουν κάτι. Η αντίληψή τους για την επιστήμη, έχοντας αντληθεί από την αστρονομία, θεωρεί ότι μπορούν να διατυπωθούν τα πάντα δια μέσω κάποιου μαθηματικού νόμου. Προφανώς, δεν υπάρχουν τέτοιου είδους νόμοι στην κοινωνιολογία. [...] Αυτή η ούτως καλούμενη επιστήμη είναι απλώς φλυαρία.

Οι ουτοπιστές αρίστευσαν στην τέχνη της επίδειξης λύσεων στην βάση τέτοιων προκαταλήψεων. Όσο περισσότερο οι επιδείξεις τους ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις σχολικού εγχειριδίου, τόσο περισσότερο πειστικές νόμιζαν πως ήταν οι εφευρέσεις τους. Νομίζω ότι η αλήθεια είναι αντίθετη αυτής της πίστης, και ότι θα πρέπει να έχουμε λιγότερη εμπιστοσύνη σε προτάσεις για κοινωνική μεταρρύθμιση όσο περισσότερο βλέπουμε κάθε δυσκολία να φαίνεται να επιλύεται με τρόπο φαινομενικά ικανοποιητικό.

[...]

Ο σοσιαλισμός είναι αναπόφευκτα πολύ δυσνόητος, εφόσον ασχολείται με την παραγωγή, δηλαδή με την πιο μυστήρια όψη της ανθρώπινης δραστηριότητας, και εφόσον προτείνει τον δραστικό μετασχηματισμό αυτής της περιοχής, η οποία είναι και αδύνατο να περιγραφεί με την ευκρίνεια που μπορεί κανείς να εντοπίσει σε πιο επιφανειακά θέματα. Καμία προσπάθεια της σκέψης, καμία διαδικασία γνώσης, κανένα λογικό συμπέρασμα δεν θα μπορέσει ποτέ να διαλύσει το μυστήριο που περιβάλλει τον σοσιαλισμό. Και είναι επειδή ο Μαρξισμός αναγνώρισε επιτέλους αυτό το μυστήριο ως χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού που απέκτησε και το δικαίωμα να χρησιμεύσει ως εναρκτήριο σημείο σοσιαλιστικής διερεύνησης.

Αλλά θα πρέπει να προσθέσουμε άμεσα ότι αυτό το μυστήριο αφορά μόνο τη γλώσσα με την οποία προσπαθούμε να περιγράψουμε τις μεθόδους για την επίτευξη του σοσιαλισμού. Η δυσκολία μπορεί να ειπωθεί ότι είναι απλώς και μόνο σχολαστικιστικού τύπου. Δεν μας εμποδίζει στο παραμικρό να οραματιστούμε το προλεταριακό κίνημα με τρόπο ακριβή, πλήρη και εντυπωσιακό, και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το μέσο της ισχυρής εκείνης αντίληψης που έχει συλλάβει το προλεταριακό μυαλό κατά τη διάρκεια των κοινωνικών συγκρούσεων, και που ονομάζεται γενική απεργία. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η τελειότητα αυτής της μεθόδου αναπαράστασης θα εξαφανιζόταν άμεσα αν γινόταν οποιαδήποτε απόπειρα να αναλυθεί η γενική απεργία σε ένα σύνολο ιστορικών λεπτομερειών: πρέπει να λαμβάνεται ως αδιαίρετο όλον, και πρέπει η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό να γίνεται αντιληπτή ως καταστροφή της οποίας η ανάπτυξη υπερβαίνει την περιγραφή.

Η κατάστασή μας μοιάζει κάπως με αυτή των φυσικών, οι οποίοι κάνουν γιγάντιους υπολογισμούς βασισμένοι σε θεωρίες που το πεπρωμένο τους είναι να ξεπεραστούν. Στις μέρες μας, έχουμε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα του να ανακαλύψουμε μια πλήρη επιστήμη της φύσης. Το θέαμα των σύγχρονων επιστημονικών επαναστάσεων δεν είναι ενθαρρυντικό για τους επιστήμονες, και αναμφίβολα έχει οδηγήσει πολλούς --είναι φυσικό-- να ανακηρύξουν την χρεοκοπία της επιστήμης. Όμως θα πρέπει να ήμασταν τρελοί για να εκχωρήσουμε την διαχείριση της βιομηχανίας σε μάγους, μέντιουμ και θαυματοποιούς. Ο φιλόσοφος που δεν αναζητά την πρακτική εφαρμογή των θεωριών του μπορεί να αναλάβει την οπτική γωνία του μελλοντικού ιστορικού της επιστήμης, και κατόπιν να αμφισβητήσει τον απόλυτο χαρακτήρα των σημερινών επιστημονικών θεωριών. Αλλά έχει όση άγνοια έχει και ο σημερινός φυσικός όταν του ζητείται να διορθώσει τις εξηγήσεις που δίνει ο δεύτερος. Πρέπει λοιπόν να αναζητήσει καταφύγιο στον σκεπτικισμό;

Σήμερα, κανένας φιλόσοφος που να αξίζει τον κόπο ενασχόλησης δεν δέχεται την σκεπτικιστική θέση. Ο μεγάλος τους στόχος, αντίθετα, είναι να αποδείξουν την νομιμότητα μιας επιστήμης η οποία όμως δεν ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αληθινή φύση των πραγμάτων, και η οποία περιορίζεται σε σχέσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πρακτικούς σκοπούς. Είναι επειδή η κοινωνιολογία βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων που είναι ανίκανοι φιλοσοφικής συλλογιστικής που γίνεται εφικτό να μάς επιτίθενται (στο όνομα της μικρής επιστήμης) για το γεγονός ότι μας ικανοποιούν μέθοδοι που βασίζονται στους νόμους της δράσης, οι οποίοι μας αποκαλύπτονται απ' όλα τα μεγάλα ιστορικά κινήματα.

Το να προχωρούμε σε επιστημονική βάση σημαίνει, πρώτα από όλα, το να γνωρίζουμε ποιες δυνάμεις υπάρχουν στον κόσμο και κατόπιν, το να παίρνουμε μέτρα ώστε να μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε, συλλογιζόμενοι με βάση την εμπειρία. Για αυτό λέω ότι δεχόμενοι την ιδέα της γενικής απεργίας, αν και γνωρίζουμε ότι είναι μύθος, προχωρούμε ακριβώς όπως ένας σύγχρονος φυσικός, ο οποίος έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στην επιστήμη του, αν και γνωρίζει ότι στο μέλλον η επιστήμη αυτή θα φαίνεται απαρχαιωμένη. Εμείς είμαστε αυτοί που έχουν πραγματικό επιστημονικό πνεύμα, ενώ οι κριτές μας έχουν χάσει επαφή τόσο με τη σύγχρονη επιστήμη όσο και με τη φιλοσοφία. Και έχοντάς το αποδείξει, είμαστε ήσυχοι με τη συνείδησή μας.


Κεφάλαιο 5
Η πολιτική γενική απεργία

I
Οι πολιτικοί είναι άνθρωποι των οποίων το μυαλό οξύνεται μοναδικά εξαιτίας της αχόρταγης τους όρεξης, και στους οποίους το κυνήγι για μια εργασία που θα εξασφαλίσει την άνεση βοηθά να αναπτυχθεί η πανουργία που θα ζήλευαν Απάτσι. Βλέπουν τους καθαρά προλεταριακούς οργανισμούς με τρόμο και τους απαξιώνουν όσο μπορούν. [...] Αλλά όταν αντιληφθούν ότι το μίσος τους είναι αδύναμο, ότι η απαξία τους δεν παρεμποδίζει την λειτουργία αυτών των περιφρονημένων οργανισμών, και ότι αυτοί έχουν αντίθετα γίνει ισχυροί, τότε αναζητούν τρόπο να εκμεταλλευτούν για ίδιον όφελος τις δυνάμεις που δημιούργησε το προλεταριάτο.

[...]

Οι πολιτικοί έχουν συχνά εμπλακεί σε απεργίες, επιθυμώντας να καταστρέψουν το κύρος των αντιπάλων τους και να αδράξουν την εμπιστοσύνη των εργατών. [...] Ορισμένοι σοσιαλιστές πολιτικοί [...] έχουν εκπληκτικό ταλέντο στον συνδυασμό των ενστίκτων εξέγερσης και των εκλογικών δυνάμεων. Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν κάποιοι να έχουν την ιδέα ότι τα μεγάλα κινήματα των μαζών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολιτικούς σκοπούς.

Η ιστορία της Αγγλίας μας δίνει αρκετά παραδείγματα μιας κυβέρνησης που υποχωρεί όταν πραγματοποιούνται πολλές διαδηλώσεις ενάντια στα μέτρα της, αν και ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να απωθήσει κάθε επίθεση κόντρα στους υπάρχοντες θεσμούς. Φαίνεται να είναι παραδεκτή αρχή της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης ότι η πλειοψηφία δεν μπορεί να επιμείνει στο να ακολουθεί σχέδια τα οποία δημιουργούν λαϊκές διαμαρτυρίες υπερβολικά σοβαρού είδους. Πρόκειται για μια από τις εφαρμογές της αρχής του συμβιβασμού στην οποία βασίζεται το σύστημα αυτό. Κανένας νόμος δεν έχει ισχύ όταν μια μειονότητα τον βλέπει ως τόσο καταπιεστικό ώστε να ξεσηκωθεί σε βίαια αντίσταση. Οι μεγάλες βίαιες διαδηλώσεις είναι ένδειξη ότι δεν απέχει πολύ η στιγμή που μπορεί να εξσπάσει ένοπλη εξέγερση. Οι κυβερνήσεις που σέβονται τις παλιές παραδόσεις υποχωρούν μπροστά σε τέτοιες διαδηλώσεις.

Ανάμεσα στην πρώτη απλή απειλή επεισοδίων και την εξέγερση μπορεί να λάβει χώρα μια πολιτική γενική απεργία, η οποία μπορεί να λάβει οποιαδήποτε από μια σειρά μορφών: μπορεί να είναι ειρηνική και μικρής διάρκειας, με στόχο να δείξει στην κυβέρνηση ότι έχει πάρει λάθος δρόμο και ότι υπάρχουν δυνάμεις που μπορούν να της αντισταθούν· ή μπορεί να είναι η πρώτη πράξη σε μια σειρά αιματηρών εξεγέρσεων.

[...]

Συχνά έχει προταθεί [από κοινοβουλευτικούς σοσιαλιστές] να τεθεί υπό αίρεση η κυβέρνηση με τον τρόπο αυτό, με την διακοπή εργασίας στα ανθρακωρυχεία ή στους σιδηροδρόμους. Για να δημιουργήσουν αυτές οι τακτικές τις συνέπειες που είναι επιθυμητές, η απεργία πρέπει να ξεσπάσει απροειδοποίητα με την πρώτη διαταγή του κόμματος, και πρέπει να σταματήσει τη στιγμή που το κόμμα υπογράφει συμφωνία με την κυβέρνηση. Για τους λόγους αυτούς, οι πολιτικοί είναι τόσο ένθερμοι υποστηρικτές της κεντρικής διοίκησης των συνδικάτων και μιλούν τόσο πολύ για πειθαρχία. Είναι καλά κατανοητό ότι αυτή η πειθαρχία είναι τέτοιου είδους ώστε να υποτάξει το προλεταριάτο στον έλεγχό τους.

[...]

Η πολιτική γενική απεργία έχει αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα, ότι δεν θέτει σε μεγάλο κίνδυνο τις πολύτιμες ζωές των πολιτικών. [...] Ο Ζορές, που φοβάται μην θορυβήσει τους πελάτες του, τους χρηματιστές [...] θαυμάζει πολύ κάθε κίνημα που έχει απαλλαγεί από τις βίαιες πράξεις που "προκαλούν θλίψη στην ανθρωπότητα." Αλλά δεν είναι κατά συνέπεια και αμετανόητος εχθρός της πολιτικής γενικής απεργίας.

[...] Αυτό που έγινε [στην περίπτωση του Βελγίου] ήταν λοιπόν κάτι μάλλον αντίθετο με την προλεταριακή γενική απεργία, εφόσον οι εργάτες [δια της πολιτικής γενικής απεργίας] υπηρέτησαν τους στόχους του Κράτους και των καπιταλιστών.

[...]

Η βελγική αυτή εμπειρία δεν στερείται ενδιαφέροντος, διότι μάς καθιστά σαφές ότι η προλεταριακή γενική απεργία και η πολιτική γενική απεργία είναι διαμετρικά αντίθετες.

[...]

Όλος ο βελγικός σοσιαλισμός τείνει προς την ανάπτυξη του κρατικού βιομηχανισμού και της σύστασης μιας τάξης εργατο-δημοσίων υπαλλήλων που θα πειθαρχούνταν αυστηρά κάτω από το σιδηρό χέρι των ηγετών που αποδέχεται η δημοκρατία. Είναι αρκετά φυσικό λοιπόν σε μια τέτοια χώρα η γενική απεργία να γίνεται αντιληπτή με πολιτική μορφή. Υπό τέτοιες συνθήκες, ο μόνος στόχος της λαϊκής εξέγερσης πρέπει να είναι να παραδώσει την πολιτική ισχύ από τη μια ομάδα πολιτικών στην άλλη -- με τον λαό να παραμένει το παθητικό ζώο που υπομένει τον ζυγό.

[...]

Έχουμε λοιπόν εδώ ένα κριτήριο το οποίο θα χρησιμεύσει για να διακρίνουμε μεταξύ δύο ειδών κινήματος τα οποία γενικά τείνουν να σηματοδοτούνται με το ίδιο όνομα. Μελετήσαμε μια προλεταριακή γενική απεργία, η οποία είναι ένα αδιαίρετο όλον. Τώρα θα πρέπει να σκεφτούμε για την γενική πολιτική απεργία, η οποία συνδυάζει τα περιστατικά της οικονομικής εξέγερσης με πολλά άλλα στοιχεία που εξαρτώνται από συστήματα ξένα προς την οικονομία. Στην πρώτη περίπτωση, δεν μπορούμε να μελετήσουμε καμία λεπτομέρεια αποσπασματικά. Στην δεύτερη, τα πάντα εξαρτώνται από την τέχνη με την οποία συνδυάζονται ετερογενείς λεπτομέρειες. Στην περίπτωση αυτή [της πολιτικής γενικής απεργίας], τα μέρη πρέπει να εξετάζονται χωριστά, και πρέπει να γίνεται προσπάθεια να εναρμονιστούν. Θα σκεφτόταν κανείς ότι ένα τέτοιο καθήκον θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό ως καθαρά ουτοπικό (ή ακόμα και μάλλον παράλογο) από όσους έχουν την συνήθεια να έχουν τόσες πρακτικές αντιρρήσεις ως προς την προλεταριακή γενική απεργία. Αλλά αν το προλεταριάτο, δεν μπορεί υποτίθεται να κάνει τίποτε μόνο του, οι πολιτικοί μπορούν να κάνουν τα πάντα. Δεν είναι ένα από τα δόγματα της δημοκρατίας ότι η ευφυία των δημαγωγών μπορεί να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο;

Δεν θα κάνω παύση εδώ ώστε να συζητήσω τις πιθανότητες επιτυχίας που έχουν αυτές οι τακτικές. Το αφήνω στους σπεκουλαδόρους που διαβάζουν Ουμανιτέ να ανακαλύψουν πώς η πολιτική γενική απεργία μπορεί να εμποδιστεί από το να καταλήξει στην αναρχία. Το μόνο μου ενδιαφέρον στις σελίδες που ακολουθούν θα είναι να φωτίσω πλήρως την μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις της γενικής απεργίας.

ΙΙ

Είδαμε ότι η ιδέα της συνδικαλιστικής γενικής απεργίας περιέχει μέσα της όλο τον προλεταριακό σοσιαλισμό· δεν βρίσκουμε απλώς όλα τα πραγματικά του στοιχεία εκεί, αλλά βλέπουμε ότι είναι επίσης ομαδοποιημένα με τον ίδιο τρόπο όπως στους κοινωνικούς αγώνες, και οι κινήσεις τους είναι αυτές ακριβώς που αρμόζουν στη φύση τους. Θα ήταν αντίθετα αδύνατο να βρούμε οποιαδήποτε εικόνα που θα μπορούσε εξίσου τέλεια να αναπαραστήσει τον σοσιαλισμό των πολιτικών. Όμως, η μετατροπή της πολιτικής γενικής απεργίας στον κεντρικό άξονα της τακτικής των σοσιαλιστών εκείνων που είναι ταυτόχρονα επαναστάτες και κοινοβουλευτικοί επιτρέπει το να αντλήσουμε μια ακριβή αντίληψη για το τι τούς χωρίζει από τους συνδικαλιστές.

Α). Βλέπουμε άμεσα ότι η πολιτική γενική απεργία δεν προϋποθέτει την επικέντρωση του ταξικού αγώνα στο πεδίο μάχης όπου το προλεταριάτιο επιτίθεται στη μπουρζουαζία --η διαίρεση της κοινωνίας σε δύο ανταγωνιστικούς στρατούς εξαφανίζεται-- διότι αυτού του είδους η εξέγερση είναι εφικτή με οποιουδήποτε είδους κοινωνική δομή. Στο παρελθόν, πολλές επαναστάσεις ήταν αποτελέσματα συμμαχιών μεταξύ δυσαρεστημένων ομάδων. Οι σοσιαλιστές συγγραφείς έχουν συχνά υποδείξει ότι οι φτωχότερες τάξεις έχουν ουκ ολίγες φορές επιτρέψει στον εαυτό τους να σφαγιαστούν χωρίς σκοπό, εκτός από το να δώσουν την ισχύ σε νέους αρχηγούς οι οποίοι είχαν πολύ έξυπνα καταφέρει να χρησιμοποιήσουν για δικούς τους σκοπούς την παροδική δυσαρέσκεια του λαού ενάντια στην προηγούμενη εξουσία.

[...]

Β. -1). Περαιτέρω, δεν θα ήταν πλέον αληθές ότι περιέχεται η όλη οργάνωση του προλεταριάτου μέσα στον επαναστατικό συνδικαλισμό. Εφόσον η συνδικαλιστική γενική απεργία δεν θα ήταν πλέον ολόκληρη η επανάσταση, θα οργανώνονταν πλάι στα συνδικάτα και άλλες οργανώσεις. Εφόσον η απεργία θα ήταν απλώς μια λεπτομέρεια που θα συνταίριαζε έξυπνα με πολλά ακόμα περιστατικά που πρέπει να ενεργοποιηθούν την κατάλληλη στιγμή, τα συνδικάτα θα έπρεπε να περιμένουν τις διαταγές πολιτικών επιτροπών, ή τουλάχιστον να συνεργαστούν με πλήρη συμφωνία με τις επιτροπές που εκπροσωπούν την ανώτερη ευφυία του σοσιαλιστικού κινήματος.

[...]

Β.-2) Αν η συνδικαλιστική γενική απεργία συνδέεται με την ιδέα μιας εποχής μεγάλης οικονομικής προόδου, η πολιτική γενική απεργία εξυπακούει, αντί για αυτό, μια εποχή παρακμής. Η εμπειρία δείχνει ότι οι τάξεις που βρίσκονται στην κατηφόρα μαγεύονται ευκολότερα από τις σφαλερές παροτρύνσεις των πολιτικών από ότι οι τάξεις που βρίσκονται σε πορεία ανόδου, έτσι ώστε να φαίνεται να υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στην πολιτική αντιληπτικότητα των ανθρώπων και τις συνθήκες υπό τις οποίες ζουν. Οι πλούσιες τάξεις μπορεί συχνά να δράσουν απερίσκεπτα, διότι έχουν υπερβολικά πολύ εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, να δουν το μέλλον με υπερβολική σιγουριά και να παρασυρθούν προσωρινά από την φερνήρη επιθυμία για δόξα. Οι τάξεις που αδυνατίζουν είναι συνηθισμένο να βάζουν την εμπιστοσύνη τους σε ανθρώπους που τούς υπόσχονται προστασία από το Κράτος, χωρίς ποτέ να προσπαθούν να καταλάβουν πώς θα μπορούσε η προστασία αυτή να εναρμονιστεί με τα αντιφατικά τους συμφέροντα. Μπαίνουν πρόθυμα σε οποιαδήποτε συμμαχία δημιουργείται με σκοπό την πίεση στην κυβέρνηση για εκχωρήσεις. Θαυμάζουν έντονα τους τσαρλατάνους που μιλούν με αυτοπεποίθηση. Ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικός αν δεν θέλει να πέσει στο επίπεδο αυτού που ο Ένγκελς αποκάλεσε πομπώδη αντισημιτισμό, και οι συμβουλές του Ένγκελς για το θέμα αυτό δεν έχουν πάντοτε ακολουθηθεί.

Η πολιτική γενική απεργία προϋποθέτει ότι εντελώς διαφορετικές κοινωνικές ομάδες θα έχουν την ίδια πίστη στην μαγική δύναμη του Κράτους. Η πίστη αυτή δεν λείπει ποτέ ανάμεσα σε ομάδες που βρίσκονται σε παρακμή και η ύπαρξή της επιτρέπει στους μπαρουφολόγους να αναπαραστούν τους εαυτούς τους ως ικανούς να πετύχουν τα πάντα. Η πολιτική γενική απεργία θα βοηθούνταν πολύ από την ηλιθιότητα των φιλανθρώπων. Και η ηλιθιότητα αυτή είναι πάντα αποτέλεσμα του εκφυλισμού των πλούσιων τάξεων. Οι πιθανότητες επιτυχίας της θα ενισχύονταν από το γεγονός ότι θα είχε να αντιμετωπίσει δειλούς και αποθαρρυμένους καπιταλιστές.

Β. -3) Κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν θα ήταν πλέον εφικτό να αγνοηθούν τα σχέδια για το μέλλον της κοινωνίας. Τα σχέδια αυτά, τα οποία ο Μαρξισμός γελοιοποιεί και τα οποία η συνδικαλιστική γενική απεργία αγνοεί, θα γινόντουσαν βασικά στοιχεία του νέου συστήματος. Η πολιτική γενική απεργία δεν θα μπορούσε να προκηρυχθεί πριν γίνει γνωστό με απόλυτη βεβαιότητα ότι το πλαίσιο για την μελλοντική οργάνωση είναι έτοιμο.

[...]

Υπάρχουν πολλοί νεαροί δικηγόροι χωρίς προοπτικές καριέρας που έχουν γεμίσει τεράστια σημειωματάρια με τα λεπτομερή τους εγχειρήματα κοινωνικής οργάνωσης. [...] [για τους υποστηρικτές της πολιτικής γενικής απεργίας] η επανάσταση εξαρτάται πολύ λιγότερο από τις συνθήκες που είχε κατά νου ο Μαρξ από ότι από τις προσπάθειες άγνωστων ευφυιών.

Γ. Έχω ήδη επιστήσει την προσοχή στην τρομακτική φύση της επανάστασης όπως την αντιλαμβάνεται ο Μαρξ και οι συνδικαλιστές, και έχω πει ότι είναι πολύ σημαντικό να διατηρηθεί ο χαρακτήρας του απόλυτου και ανεπίστρεπτου μετασχηματισμού, διότι συνεισφέρει έντονα στο να δώσει στον σοσιαλισμό την υψηλή παιδευτική του αξία. Η βαθιά σοβαρή εργασία που γίνεται από το προλεταριάτο δεν θα μπορούσε να ιδωθεί με καμία έγκριση από τους βολεψάκηδες ακολούθους των πολιτικών μας. Οι τελευταίοι επιθυμούν να καθησυχάσουν τη μπουρζουαζία και υπόσχονται να μην επιτρέψουν στον λαό να παραδοθεί εντελώς στα αναρχικά του ένστικτα. Εξηγούν στη μπουρζουαζία ότι δεν ονειρεύονται καν να καταστείλουν τον μεγάλο κρατικό μηχανισμό, αλλά ότι ως σοφοί σοσιαλιστές επιθυμούν δύο πράγματα: να αποκτήσουν έλεγχο πάνω σ' αυτή τη μηχανή ώστε να βελτιώσουν τη λειτουργία της και να την κάνουν να λειτουργεί ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των φίλων τους όσο γίνεται, και να βεβαιωθούν για την σταθερότητα της διακυβέρνησης, η οποία και θα είναι πολύ ευνοϊκή για τους επιχειρηματίες. [...] Οι σοσιαλιστές χρηματιστές δεν έχουν διαβάσει Τοκβίλ, αλλά κατανοούν ενστικτωδώς ότι η συντήρηση ενός έντονα συγκεντρωτικού, πολύ αυταρχικού και πολύ δημοκρατικού Κράτους τους προσφέρει τεράστια μέσα και τους προστατεύει από την προλεταριακή επανάσταση. Οι μετασχηματισμοί που οι φίλοι τους, οι κοινοβουλευτικοί σοσιαλιστές, θα υλοποιήσουν, θα πρέπει πάντα να είναι πολύ περιορισμένου εύρους και θα είναι πάντοτε εφικτό, χάρη στο Κράτος, να διορθωθεί κάθε απρέπεια που τυχόν προκύψει.

Η γενική απεργία των συνδικαλιστών διώχνει από τον σοσιαλισμό κάθε χρηματιστή που ψάχνει επενδύσεις· η πολιτική απεργία μάλλον τούς ευχαριστεί, διότι θα γινόταν υπό συνθήκες ευνοϊκές για την ισχύ των πολιτικών -- και κατ' επέκταση των εργασιών των οικονομικών τους συμμάχων.

Ο Μαρξ προϋποθέτει, όπως ακριβώς κάνουν οι σοσιαλιστές, ότι η επανάσταση θα είναι απόλυτη και ανεπίστρεπτη, γιατί θα τοποθετήσει τις παραγωγικές δυνάμεις στα χέρια ελεύθερων ανθρώπων, δηλαδή ανθρώπων που μπορούν να διοικήσουν το εργοτάξιο που δημιούργησε ο καπιταλισμός χωρίς να χρειάζονται αφεντικά. Αυτή η αντίληψη δεν θα βόλευε καθόλου τους χρηματιστές και τους πολιτικούς τούς οποίους υποστηρίζουν, διότι και οι δυο τους κάνουν μόνο για το ευγενές επάγγελμα του αφεντικού. Συνεπώς, οι συγγραφείς όλων των μελετών περί μετριοπαθούς σοσιαλισμού αναγκάζονται να δεχτούν ότι ο τελευταίος προϋποθέτει τη διαίρεση της κοινωνίας σε δύο ομάδες: η πρώτη αποτελείται από μια ελίτ που οργανώνεται ως πολιτικό κόμμα, το οποίο υιοθετεί την αποστολή του σκέπτεσθαι για τις απερίσκεπτες μάζες και το οποίο φαντάζεται ότι εφόσον επιτρέπει στις μάζες να απολαμβάνουν τα αποτελέσματα της ανώτερής του φώτισης, έχει κάνει κάτι αξιοθαύμαστο. Η δεύτερη ομάδα είναι το συνολικό σώμα των παραγωγών. Η πολιτική ελίτ δεν έχει άλλο επάγγελμα από αυτό της χρήσης του νου της, και βρίσκει ότι είναι αυστηρά συνεπές με τις αρχές της εμμενούς δικαιοσύνης (της οποίας είναι ο αποκλειστικός νομέας) να δουλεύει το προλεταριάτο για να την ταϊζει και να της προσφέρει τα μέσα για μια ύπαρξη που δεν μοιάζει και πολύ με του ασκητή.

Η διαίρεση αυτή είναι τόσο πρόδηλη που δεν γίνεται γενικά καμία απόπειρα να αποκρυφθεί: οι αξιωματούχοι του σοσιαλισμού μιλούν διαρκώς για το κόμμα ως οργανισμό που έχει δική του ζωή. Στην Διεθνή Σοσιαλιστική Σύνοδο του 1900, το κόμμα προειδοποιήθηκε να μην ακολουθήσει πολιτική που θα μπορούσε να το χωρίσει υπερβολικά από το προλεταριάτο· θα πρέπει να εμπνέει τις μάζες με αυτοπεποίθηση αν επιθυμεί να έχει την στήριξή τους τη μέρα της μεγάλης μάχης. Η μεγάλη κριτική που έκανε ο Μαρξ στους αντιπάλους του στην Συμμαχία ήταν αυτός ακριβώς ο διαχωρισμός των αρχηγών και των ακολούθων, ο οποίος είχε σαν αποτέλεσμα την επανεγκατάσταση του κράτους, και ο οποίος σήμερα είναι τόσο έντονος στη Γερμανία και αλλού.

Αρχική δημοσίευση: Radical Desire