Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Karl Marx-Αιματηρή νομοθεσία ενάντια στους απαλλοτριωμένους από τα τέλη του 15ου αιώνα

Όσοι διώχθηκαν με τη διάλυση των φεουδαρχικών ακολουθιών και με την απότομη, βίαιη απαλλοτρίωση της γης τους, το προγραμμένο αυτό προλεταριάτο σε καμμιά περίπτωση δεν μπορούσε ν' αποροφηθεί από τη γεννώμενη μανιφακτούρα τόσο γρήγορα, όσο γρήγορα δημιουργήθηκε. Από την άλλη μεριά, οι απότομα εκσφενδονισμένοι από τη συνηθισμένη τροχιά της ζωής τους άνθρωποι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν εξίσου απότομα στην πειθαρχία της νέας κατάστασής τους. Μετατράπηκαν μαζικά σε διακονιάρηδες, ληστές, αλήτες, εν μέρει από κλίση και στις περισσότερες περιπτώσεις από την ανάγκη των πραγμάτων.

Γι΄ αυτό, στα τέλη του 5ου και στη διάρκεια όλου του 16ου αιώνα σ' όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης εκδίδονται αιματηροί νόμοι ενάντια στην αλητεία. Οι πατέρες της σημερινής εργατικής τάξης ήταν οι πρώτοι που τιμωρήθηκαν, γιατί τους μετάτρεψαν με τη βία σε αλήτες και πάουπερ. Η νομοθεσία τους μεταχειριζόταν σαν «εθελοντές» εγκληματίες, ξεκινώντας από την προϋπόθεση πως εξαρτιόταν από την καλή τους θέληση να εξακολουθούν να ζουν στις παλιές συνθήκες που δεν υπήρχαν πια.

Η νομοθεσία αυτή άρχισε στην Αγγλία επί Ερρίκου Ζ΄.

Ερρίκος Η΄ 1530: Στους γέρους και ανίκανους για εργασία ζητιάνους δίνεται άδεια επαιτείας. Αντίθετα, οι σωματικά γεροί αλήτες μαστιγώνονται και φυλακίζονται. Σύμφωνα με το νόμο τους δένουν πίσω απ' ένα κάρο και τους μαστιγώνουν ως που να τρέξει αίμα από το κορμί τους, έπειτα τους βάζουν και ορκίζονται πως θα επιστρέψουν στον τόπο που γεννήθηκαν, ή εκεί όπου κατοικούσαν τα τελευταία τρία χρόνια, για να «δουλέψουν» (to put himself to labour). Τι φρικτή ειρωνεία! Με το νόμο 27 του Ερρίκου Η΄ επαναλαβαίνεται αυτός ο νόμος, μόνο που γίνεται αυστηρότερος με συμπληρωματικές διατάξεις. Οταν συλληφθεί κανείς για δεύτερη φορά ν' αλητεύει, το μαστίγωμα επαναλαβαίνεται και του κόβουν το μισό αφτί. Σε περίπτωση όμως νέας υποτροπής χαρακτηρίζεται μεγάλος εγκληματίας και εχθρός της κοινωνίας και εκτελείται.

Εδουάρδος Στ΄: Ενας νόμος του πρώτου έτους της βασιλείας του, 1547, ορίζει πως, αν κάποιος αρνιέται να εργαστεί, πρέπει να δίνεται σκλάβος στο πρόσωπο που τον κατάγγειλε σαν αργόσχολο. Ο αφέντης πρέπει να τρέφει το σκλάβο του με ψωμί και νερό, με αδύνατα ποτά και με ό,τι απορίμματα κρεάτων κρίνει αυτός κατάλληλα. Εχει το δικαίωμα να τον βάζει να κάνει οποιαδήποτε εργασία, όσο αηδιαστική κι αν είναι, μαστιγώνοντας κι αλυσοδένοντάς τον. Αν ο σκλάβος λείψει 15 μέρες, πρέπει να καταδικαστεί σε ισόβια σκλαβιά και με πυρακτωμένο σίδερο να χαραχθεί στο μέτωπο ή στο μάγουλό του το γράμμα «S»* , αν φύγει για τρίτη φορά, εκτελείται σαν ένοχος εσχάτης προδοσίας. Ο αφέντης του μπορεί να τον πουλήσει, να τον κληροδοτήσει και να τον εκμισθώσει σαν δούλο, απαράλλαχτα όπως και κάθε άλλο κινητό αγαθό ή ζώο. Οι σκλάβοι εκτελούνται επίσης, αν επιχειρήσουν κάτι ενάντια στον αφέντη τους. Οι ειρηνοδίκες έχουν υποχρέωση, μόλις πληροφορηθούν ότι δραπέτευσαν σκλάβοι, να ψάχνουν να τους βρουν. Αν αποδειχθεί πως ένας τους αλήτεψε τρεις μέρες, πρέπει να μεταφερθεί στον τόπο που γεννήθηκε, να του χαράξουν με καυτό σίδερο το σημάδι «V» στο στήθος και να χρησιμοποιείται αλυσοδεμένος σε δουλειές του δρόμου ή και σε άλλες εργασίες.

Αν ο αλήτης δηλώσει ψεύτικο τόπο γέννησης, για τιμωρία του γίνεται ισόβιος σκλάβος του τόπου αυτού, των κατοίκων ή της συντεχνίας του και στιγματίζεται με το γράμμα «S». Ο καθένας έχει το δικαίωμα να παίρνει τα παιδιά των αλητών και να τα χρησιμοποιεί σαν μαθητευόμενους, τους νέους ως 24 χρονών και τα κορίτσια ως 20. Αν δραπετεύσουν, υποχρεώνονται ως αυτή την ηλικία να είναι σκλάβοι των μαστόρων τους που έχουν το δικαίωμα να τους αλυσοδένουν, να τους μαστιγώνουν κλπ. κατά βούληση. Κάθε μάστορας έχει το δικαίωμα να περνάει ένα σιδερένιο χαλκά στο λαιμό, στα χέρια ή στα πόδια του σκλάβου του, για να μπορεί να τον γνωρίζει πιο εύκολα και για να τον κρατάει πιο σίγουρα. Το τελευταίο μέρος τούτου του νόμου προβλέπει πως ορισμένοι φτωχοί πρέπει να χρησιμοποιούνται από τον τόπο ή από πρόσωπα που τους ταΐζουν, τους ποτίζουν και τους βρίσκουν δουλιά. Τέτιου είδους σκλάβοι των ενοριών διατηρήθηκαν στην Αγγλία ως τα μέσα του 19ου αιώνα με το όνομα roundsmen (περιφερόμενοι).

Νόμος της Ελισάβετ, 1572: Οι ζητιάνοι που δεν έχουν άδεια επαιτείας και είναι πάνω από 14 χρονών μαστιγώνονται σκληρά και καυτηριάζονται στο αριστερό αφτί, αν δεν υπάρχει κανένας που να θέλει να τους πάρει στην υπηρεσία του για δύο χρόνια. Σε περίπτωση υποτροπής, κι αν είναι πάνω από 18 χρονών, εκτελούνται, αν δεν υπάρχει κανένας που να θέλει να τους πάρει στην υπηρεσία του για δυό χρόνια. Σε περίπτωση όμως νέας υποτροπής, εκτελούνται χωρίς οίκτο σαν ένοχοι προδοσίας. Παρόμοιες διατάξεις περιέχει ο νόμος 18, κεφ. 13, της Ελισάβετ και ο νόμος του 1597.

Ιάκωβος Α΄: Ενας άνθρωπος που περιπλανιέται και ζητιανεύει θεωρείται αλήτης και μπαγαπόντης. Οι ειρηνοδίκες των Petty Sessions (τοπικών δικαστηρίων) είναι εξουσιοδοτημένοι να διατάζουν τη δημόσια μαστίγωσή του και να τον κλείνουν 6 μήνες στη φυλακή στην πρώτη επαυτοφώρω σύλληψή του και δυό χρόνια στη δεύτερη σύλληψή του. Στη διάρκεια της φυλάκισής του πρέπει να μαστιγώνεται όσες φορές και όσο κρίνουν οι ειρηνοδίκες... Τους αδιόρθωτους και επικίνδυνους αλήτες πρέπει να τους χαράζουν με καυτό σίδερο το γράμμα R* στον αριστερό ώμο και να τους στέλνουν σε καταναγκαστικά έργα, κι αν τους ξαναπιάσουν επαυτοφώρω να ζητιανεύουν να τους εκτελούν χωρίς οίκτο. Οι διατάξεις αυτές των νόμων ίσχυαν ως τις αρχές του 18ου αιώνα και ακυρώθηκαν μόνο με το νόμο 12 της Αννας, κεφ. 23.

Παρόμοιοι νόμοι υπήρχαν και στη Γαλλία, όπου στα μέσα του 17ου αιώνα είχε ιδρυθεί στο Παρίσι ένα βασίλειο αλητών (royaune des truands). Στις αρχές ακόμα της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ (ordonnance = διάταγμα) της 13 του Ιούλη 1777) κάθε σωματικά υγιής άνθρωπος από 16 ως 60 χρονών στέλνονταν στα κάτεργα, αν δεν είχε μέσα συντήρησης και δεν ασκούσε κανένα επάγγελμα. Τα ίδια θέσπιζε για τις Κάτω Χώρες ο νόμος του Καρόλου Ε΄ που εκδόθηκε τον Οχτώβρη του 1537, το πρώτο διάταγμα των κρατών και των πόλεων της Ολλανδίας της 19 του Μάρτη 1614, το Placat (Διακήρυξη) των Ενωμένων Επαρχιών της 25 του Ιούνη 1649 κλπ.

Ετσι ο αγροτικός πληθυσμός, που με τη βία τον απαλλοτρίωσαν, τον κυνήγησαν και τον μετάτρεψαν σε αλήτες, υποτάχθηκε με τερατώδικους τρομοκρατικούς νόμους, με μαστιγώσεις, με στιγματισμούς και με βασανιστήρια σε μια πειθαρχία τέτια που απαιτεί το σύστημα της μισθωτής εργασίας.

Δε φτάνει που οι όροι της εργασίας εμφανίζονται στον ένα πόλο σαν κεφάλαιο, ενώ στον αντίθετο πόλο υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη. Δε φτάνει επίσης που εξαναγκάζονται άνθρωποι να πουλούν θεληματικά τον εαυτό τους. Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η οργάνωση του διαμορφωμένου κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, η διαρκής δημιουργία ενός σχετικού υπερπληθυσμού κρατάει σε μια τροχιά, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου, το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, επομένως και το μισθό εργασίας, ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη. Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εξωοικονομική, άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί ν' αφεθεί στην επενέργεια των «φυσικών νόμων της παραγωγής», δηλ. στην εξάρτησή του από το κεφάλαιο, εξάρτηση που ξεπηδάει από τους ίδιους τους όρους της παραγωγής που την εγγυούνται και τη διαιωνίζουν. Διαφορετικά έχει το ζήτημα τον καιρό της ιστορικής γένεσης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η κεφαλαιοκρατία που γεννιόταν χρειάζεται και χρησιμοποιεί την κρατική εξουσία για να «ρυθμίζει» το μισθό της εργασίας, δηλ. για να τον στριμώχνει μέσα στα όρια που ευνοούν την παραγωγή κέρδους, για να παρατείνει την εργάσιμη ημέρα, και για να κρατάει τον ίδιο τον εργάτη σε κανονικό βαθμό εξάρτησης. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης.

Η τάξη των μισθωτών εργατών που γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα αποτελούσε και στον επόμενο αιώνα μονάχα ένα πολύ μικρό κομμάτι του λαού, που η θέση του προστατευόταν πολύ από το αυτοτελές αγροτικό νοικοκυριό στο χωριό και από τη συντεχνιακή οργάνωση της πόλης. Και στο χωριό και στην πόλη το αφεντικό και ο εργάτης βρίσκονταν από κοινωνική άποψη ο ένας κοντά στον άλλο. Η υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο ήταν μονάχα τυπική, δηλ. ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής δεν είχε ακόμα ειδικά κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα. Το μεταβλητό στοιχείο του κεφαλαίου ξεπερνούσε πολύ το σταθερό μέρος του κεφαλαίου. Γιαυτό και η ζήτηση μισθωτής εργασίας αύξανε γρήγορα κάθε φορά που αύξανε η συσσώρευση, ενώ η προσφορά μισθωτής εργασίας ακολουθούσε μόνον αργά. Μεγάλο μέρος του εθνικού προϊόντος που αργότερα μετατράπηκε σε κοντύλι συσσώρευσης του κεφαλαίου, πήγαινε ακόμα τότε στο κοντύλι κατανάλωσης του εργάτη.

Η νομοθεσία, η σχετική με τη μισθωτή εργασία, που μιας εξαρχής απόβλεπε στην εκμετάλλευση του εργάτη και που στην παραπέρα εξέλιξή της είναι πάντα εξίσου εχθρική απέναντί του, εγκαινιάζεται στην Αγγλία το 1349 με το Stature of Labourers (Καταστατικό για τους εργάτες) του Εδουάρδου Γ΄. Στη Γαλλία, στο Καταστατικό αυτό αντιστοιχεί η ordonnance (διάταγμα) του 1350 που εκδόθηκε εξ ονόματος του βασιληά Ιωάννη. Η αγγλική και γαλλική νομοθεσία βαδίζουν παράλληλα και είναι ταυτόσημες στο περιεχόμενο. Εφόσον τα Καταστατικά για τους εργάτες επιδιώκουν να επιβάλουν την παράταση της εργάσιμης ημέρας, δεν επανέρχομαι σ' αυτά, επειδή το σημείο αυτό το εξέτασα προηγούμενα (στο 8ο κεφάλαιο, 5).

Το Stature of Labourers (Καταστατικό για τους εργάτες) είχε εκδοθεί ύστερα από επίμονη αίτηση της Βουλής των Κοινοτήτων. «Παλιότερα - λέει με αφέλεια ένας τόρυ - οι φτωχοί ζητούσαν τόσο μεγάλο μεροκάματο, που έβαζαν σε κίνδυνο τη βιομηχανία και τον πλούτο. Τώρα ο μισθός τους είναι τόσο χαμηλός, που απειλεί επίσης τη βιομηχανία και τον πλούτο, όμως αλλιώτικα και ίσως πιο επικίνδυνα από τότε. Είχε καθοριστεί με νόμο ένα μισθολόγιο για την πόλη και το χωριό, για τη δουλιά με το κομμάτι και τη δουλιά με την ημέρα. Οι εργάτες των χωριών καθορίζεται να μισθώνονται για ολόκληρο το χρόνο, και οι εργάτες της πόλης «στην ανοικτή αγορά». Απαγορεύεται με ποινές φυλάκισης να πληρώνεται μεγαλύτερος μισθός από το μισθό που προβλέπει το Καταστατικό, όμως τιμωρείται πιο βαριά το πρόσωπο που εισπράττει μεγαλύτερο μισθό παρά το πρόσωπο που τον πληρώνει. Ετσι, ακόμα και με τα άρθρα 18 και 19 του Καταστατικού της Ελισάβετ για τους μαθητευόμενους επιβάλλεται δέκα μέρες φυλάκιση σε κείνον που πληρώνει μεγαλύτερο μεροκάματο, ενώ επιβάλλεται εικοσιμία μέρες φυλάκιση σε κείνον που το εισπράττει. Ενα Καταστατικό του 1360 καθόριζε ακόμα πιο αυστηρές ποινές και εξουσιοδοτούσε μάλιστα το αφεντικό να υποχρεώνει τους εργάτες με φυσικό εξαναγκασμό να δουλεύουν με βάση το επίσημο μισθολόγιο. Ολες οι ενώσεις, τα συμβόλαια, οι όρκοι κλπ. που συνέδεαν αμοιβαία τους χτίστες και τους μαραγκούς οικοδομών ακυρώνονταν. Από το 14ο αιώνα ως το 1825, το χρόνο που καταργήθηκαν οι νόμοι ενάντια στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, τιμωρούνταν σαν βαρύ έγκλημα η οργάνωση εργατών. Το πνεύμα του Καταστατικού του 1349 για τους εργάτες καθώς και το πνεύμα όλων των νόμων που ακολούθησαν φαίνεται πεντακάθαρα στο ζήτημα ότι, ναι μεν το κράτος υπαγορεύει ένα ανώτατο όριο μισθού, δεν καθορίζει όμως καθόλου ένα κατώτατο όριό του.

Όπως είναι γνωστό, το 16ο αιώνα είχε χειροτερέψει πολύ η κατάσταση των εργατών. Το μεροκάματο σε χρήμα ανέβαινε, όχι όμως στην ίδια αναλογία που υποτιμιόταν το χρήμα και όχι αντίστοιχα με την ύψωση των τιμών των εμπορευμάτων. Στην πραγματικότητα λοιπόν έπεφτε το μεροκάματο. Και όμως εξακολουθούσαν να ισχύουν οι νόμοι που απέβλεπαν στην ελάττωσή του και ταυτόχρονα συνεχίζονταν τα κοψίματα των αφτιών και ο στιγματισμός με καυτό σίδερο εκείνων «που κανένας δεν ήθελε να τους πάρει στη δούλεψή του». Με το Καταστατικό 5, κεφ. 3, της Ελισάβετ για τους μαθητευόμενους εξουσιοδοτήθηκαν οι ειρηνοδίκες να καθορίζουν ορισμένους μισθούς και να τους τροποποιούν ανάλογα με τις εποχές του έτους και τις τιμές των εμπορευμάτων. Ο Ιάκωβος Α΄ επέκτεινε αυτή τη ρύθμιση της εργασίας και στους υφαντές, τους κλώστες και σ' όλες τις άλλες κατηγορίες εργατών, και ο Γεώργιος Β΄ επέκτεινε σ' όλες τις μανουφακτούρες τους νόμους που απαγόρευαν την οργάνωση των εργατών.

Στην καθαυτό περίοδο της μανουφακτούρας ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είχε δυναμώσει αρκετά ώστε να κάνει και ακατόρθωτη και περιττή τη ρύθμιση με νόμο του μισθού εργασίας, όμως για κάθε ενδεχόμενο δε θέλαν να στερηθούν τα όπλα του παλιού οπλοστασίου. Και ο νόμος 8 ακόμα του Γεωργίου Β΄ απαγόρευε στους καλφάδες ραφτάδες του Λονδίνου και των περιχώρων του να παίρνουν περισσότερα από 2 σελίνια και 7 1/2 πένες μεροκάματο, εκτός από τις περιπτώσεις γενικού πένθους. Και ο νόμος 13 ακόμα του Γεωργίου Γ΄, κεφ. 68, ανάθετε στους ειρηνοδίκες τη ρύθμιση των μεροκάματων των μεταξοϋφαντουργών. Και το 1796 ακόμα χρειάστηκαν δυό αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων για ν' αποφασίσουν αν οι αποφάσεις των ειρηνοδικών σχετικά με τα μεροκάματα ισχύουν και για τους μη γεωργικούς εργάτες. Και το 1799 ακόμα ένας νόμος της βουλής καθόριζε πως ο μισθός των ανθρακορύχων της Σκωτίας ρυθμίζεται από ένα Καταστατικό της Ελισάβετ και από δύο σκωτικούς νόμους του 1661 και 1671.

Πόσο πολύ είχαν αλλάξει στο μεταξύ τα πράγματα, το αποδείχνει ένα γεγονός πρωτάκουστο για την αγγλική Κάτω Βουλή. Στη Βουλή αυτή, όπου εδώ και πάνω από 400 χρόνια φτιάχναν νόμους σχετικά με το ανώτατο όριο που οπωσδήποτε δεν πρέπει να το ξεπερνά ο μισθός της εργασίας, ο Ουάϊτμπρεντ πρότεινε το 1796 να καθοριστεί με νόμο ένα κατώτατο όριο μισθού για τους μεροκαματιάρηδες της γεωργίας. Ο Πητ αντιτάχθηκε, παραδέχθηκε όμως πως «η κατάσταση των φτωχών είναι φρικτή (cruel)».

Τέλος, το 1813 καταργήθηκαν οι νόμοι που ρύθμιζαν τους μισθούς. Οι νόμοι αυτοί αποτελούσαν μια γελοία ανωμαλία από τότε που ο κεφαλαιοκράτης ρύθμιζε με την ατομική του νομοθεσία τη δουλιά στο εργοστάσιο και κανόνιζε να συμπληρώνεται από το φόρο για τους φτωχούς ο μισθός του εργάτη γης, ώστε να φτάνει το απαραίτητο κατώτατο όριο. Οι διατάξεις των Καταστατικών εργασίας σχετικά με τα συμβόλαια ανάμεσα σ' αφεντικά και μισθωτούς εργάτες, σχετικά με τους όρους καταγγελίας των συμβολαίων αυτών κλπ. διατάξεις που επιτρέπουν μόνο μήνυση στα πολιτικά δικαστήρια ενάντια στον παραβάτη του συμβολαίου, όταν ο παραβάτης αυτός είναι αφεντικό, ενώ προβλέπουν παραπομπή στα ποινικά δικαστήρια όταν ο παραβάτης είναι εργάτης, οι διατάξεις αυτές ισχύουν μέχρι στιγμής απόλυτα.

Οι απάνθρωποι νόμοι ενάντια στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι έπεσαν το 1825 μπρος στην απειλητική στάση που πήρε το προλεταριάτο. Και όμως έπεσαν μόνο εν μέρει. Μόλις το 1859 εξαφανίστηκαν μερικά ωραία υπολείμματα των παλιών Καταστατικών. Τέλος, ο νόμος που ψήφισε η Βουλή στις 29 του Ιούνη 1871 εξαφάνιζε στα λόγια και το τελευταίο ίχνος αυτής της ταξικής νομοθεσίας, δίνοντας νομική αναγνώριση στα τρέιντγιουνιον (εργατικά συνδικάτα). Ομως ένας νόμος της βουλής της ίδιας ημερομηνίας [an act to amend the criminal law relating to violence, threats and molestation (ένας νόμος για τη συμπλήρωση της ποινικής νομοθεσίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση βίας, απειλών και ενόχλησης)] στην ουσία αποκατάσταινε την παλιά κατάσταση πραγμάτων με καινούργια μορφή. Με την κοινοβουλευτική αυτή ταχυδακτυλουργία όλα τα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι εργάτες σε περίπτωση απεργίας ή λοκάουτ (απεργία των συνασπισμένων εργοστασιαρχών με ταυτόχρονο κλείσιμο των εργοστασίων τους) αφαιρέθηκαν από το κοινό δίκαιο και υπάχθηκαν σε μια έκτακτη νομοθεσία που η ερμηνεία της πέρασε στους ίδιους τους εργοστασιάρχες με την ιδιότητά τους σαν ειρηνοδίκες. Δυό χρόνια πρωτήτερα στην ίδια Κάτω Βουλή ο ίδιος κύριος Γλάδστον πρότεινε με το γνωστό έντιμο τρόπο ένα νομοσχέδιο για την κατάργηση όλων των έκτακτων ποινικών νόμων που στρέφονταν ενάντια στην εργατική τάξη.

Το νομοσχέδιο όμως αυτό δεν μπόρεσε να προχωρήσει πέρα από τη δεύτερη ανάγνωση κι έτσι τράβηξαν την υπόθεση σε μάκρος ώσπου τελικά το «μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα», συμμαχώντας με τους τόρυ, απόκτησε το σθένος να ταχθεί κατηγορηματικά ενάντια στο ίδιο εκείνο προλεταριάτο που είχε ανεβάσει το κόμμα αυτό στην εξουσία. Κι επειδή δεν ικανοποιήθηκε μ' αυτήν την προδοσία, το «μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα» επέτρεψε στους άγγλους δικαστές, που πάντα εξυπηρετούσαν δουλικά τις κυρίαρχες τάξεις, να ξεθάψουν τους παλιωμένους νόμους σχετικά με τη «συνωμοσία» και να τους εφαρμόσουν ενάντια στα εργατικά σωματεία. Ετσι βλέπουμε πως μόνο δυστροπώντας και κάτω από την πίεση των μαζών η αγγλική βουλή παραιτήθηκε από τους νόμους ενάντια στις απεργίες και τα τρέιντγιουνιον, αφού προηγούμενα η ίδια βουλή επί πέντε αιώνες συνέχεια με ξετσίπωτο κυνισμό έπαιζε το ρόλο ενός μόνιμου τρέιντγιουνιον των κεφαλαιοκρατών ενάντια στους εργάτες.

Αμέσως από την αρχή κιόλας της επαναστατικής θύελλας η γαλλική αστική τάξη τόλμησε να ξαναφαιρέσει από τους εργάτες το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι που μόλις το είχαν κατακτήσει. Με το διάταγμα της 14 του Ιούνη 1791 χαρακτήρισε όλες τις εργατικές ενώσεις σαν «επιβουλή ενάντια στην ελευθερία και τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου», επιβουλή που τιμωρούνταν με 500 λίβρες (φράγκα) πρόστιμο και ένα χρόνο στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του ενεργού πολίτη. Ο νόμος αυτός, που την πάλη του ανταγωνισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία τη στριμώχνει με κρατικά αστυνομικά μέτρα μέσα στα όρια που βολεύουν το κεφάλαιο, επέζησε των επαναστάσεων και των δυναστικών αλλαγών.

Ακόμα και η κυβέρνηση της τρομοκρατίας τον άφησε άθιχτο. Μόλις τελευταία αφαιρέθηκε από τον Code Pinal (Ποινικό Κώδικα). Δεν υπάρχει τίποτα πιο χαρακτηριστικό από την πρόφαση που χρησιμοποιήθηκε γι' αυτό το αστικό πραξικόπημα. «Αν και θάπρεπε - λέει ο εισηγητής του νόμου Λε Σαπελιέ - ο μισθός εργασίας νάναι λίγο ανώτερος απ' ό,τι είναι σήμερα, ώστε αυτός που τον παίρνει ν' απαλλαχτεί απ' εκείνη την απόλυτη εξάρτηση που δημιουργεί η στέρηση των αναγκαίων μέσων συντήρησης και που είναι σχεδόν ίδια με την εξάρτηση της δουλείας», ωστόσο δεν επιτρέπεται στους εργάτες να συνεννοούνται μεταξύ τους για τα συμφέροντά τους, να δρουν από κοινού και να μετριάζουν έτσι την «απόλυτή τους εξάρτηση που είναι σχεδόν δουλεία», γιατί έτσι παραβιάζουν «την ελευθερία των ci-devant maitres (πρώην μαστόρων) τους και σημερινών επιχειρηματιών» (την ελευθερία να κρατούν εργάτες στη δουλεία!) και γιατί μια ένωση ενάντια στη δεσποτεία των πρώην μαστόρων των συντεχνιών αποτελεί - μαντέψτε το! - ξανασύσταση των συντεχνιών που τις έχει καταργήσει το γαλλικό Σύνταγμα!

Από το τμήμα για την "πρωταρχική συσσώρευση", Κεφάλαιο τομ. 1
Πηγή: Praxis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου