Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (ΙΧ)

Συντεταγμένες


Στις σημειώσεις του για το πρώτο βιβλίο της Λογικής, τη διδασκαλία περί του Είναι, ο Λένιν έθεσε το αναγνωστικό του πρωτόκολο σε ένα πλαίσιο που αρχίζει με το επιφώνημα “ανοησίες για το Απόλυτο”, και συνεχίζει ως εξής: “Προσπαθώ γενικά να διαβάσω τον Χέγκελ υλιστικά· ο Χέγκελ είναι υλισμός που έχει σταθεί με το κεφάλι προς τα κάτω (σύμφωνα με τον Ένγκελς) —δηλαδή αγνοώ ως επί το πλείστον τον Θεό, το Απόλυτο, την καθαρή Ιδέα, κλπ.” Στο τέλος της ανάγνωσής του αυτού του έργου, και αφού είχε αφιερώσει δεκάδες σελίδες ακριβώς σε αυτό που θα “αγνοούσε” (δηλαδή, το Τρίτο Βιβλίο περί υποκειμενικής λογικής και το τρίτο του τμήμα περί της “Ιδέας”, με τον κύριο όγκο αυτών των σημειώσεων να αφορούν το τρίτο και τελευταίο του κεφάλαιο, την “Απόλυτη Ιδέα”, αν και αυτό το κεφάλαιο καταλαμβάνει λιγότερο από το ένα τρίτο του τρίτου τμήματος), ο Λένιν έγραψε τις ακόλουθες διάσημες παρατηρήσεις: “Είναι αξιοσημείωτο ότι το όλο κεφάλαιο περί της “Απόλυτης Ιδέας” δεν λέει σχεδόν ούτε λέξη για τον Θεό […] και πέρα απ’ αυτό —αυτό N[ota]B[ene]— δεν περιέχει σχεδόν τίποτε που να είναι συγκεκριμένα ιδεαλισμός, αλλά έχει ως βασικό του θέμα την διαλεκτική μέθοδο. Το σύνολο, η τελευταία λέξη και η ουσία της λογικής του Χέγκελ είναι η διαλεκτική μέθοδος — αυτό είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτο. Και άλλο ένα πράγμα: σ’ αυτό το περισσότερο ιδεαλιστικό από τα έργα του Χέγκελ υπάρχει ο λιγότερος ιδεαλισμός και ο περισσότερος υλισμός. ‘Αντιφατικό’ μεν, αλλά γεγονός!” Αυτή είναι η γνήσια αντιστροφή οπτικής που δίνει το μέτρο της απόστασης που διένυσε ο Λένιν. Ο μετασχηματισμός της κατηγορίας της “αντανάκλασης” που προκύπτει με τον τρόπο αυτό θα μας εξυπηρετήσει ως ενδείκτης που σηματοδοτεί τα αποτελέσματα στα οποία φτάνει ο Λένιν με κάθε ένα από τα βήματα που κάνει.

Λίγο μετα την ανακοίνωση του πρωτοκόλου της “υλιστικής ανάγνωσης του Χέγκελ” που αναφέρθηκε πριν, ο Λένιν δίνει έναν αρχικό ορισμό της αντανάκλασης: όντας ομοούσια με την ίδια τη “διαλεκτική”, υπάρχει στον βαθμό που “αντανακλά την υλική διαδικασία σε όλες της τις όψεις και στην ενότητά της”, και έτσι καθίσταται μια “σωστή αντανάκλαση της αιώνιας ανάπτυξης του κόσμου.” Υπάρχει λοιπόν από τη μία ο υλικός κόσμος και η “αιώνια ανάπτυξή” του, και από την άλλη η “αντανάκλαση” του κόσμου αυτού και της ανάπτυξής του στην “πολύμορφη και οικουμενική ευλυγισία” ειδικά διαλεκτικών κατηγοριών — μια ευλυγισία που “εκτείνεται ως την σύγκλιση των αντιθέτων”, προσθέτει ο Λένιν. Ολοκληρώνοντας τις σημειώσεις του για το πρώτο μέρος της διδασκαλίας περί της Ουσίας, ο Λένιν —έχοντας επηρεαστεί από την ανάπτυξη που αφιερώνεται στην κατηγορία της “Αντανάκλασης”— προσπαθεί για ύστατη φορά να βρει στην τροπικότητα αυτή της πρόσβασης στην “αντανάκλαση” την επιβεβαίωση μιας “υλιστικής αντιστροφής του Χέγκελ.” Η επιβεβαίωση αυτή συνδέεται στενά με την αντίληψη περί διαλεκτικής ως “εικόνας του κόσμου.” Η μεταφορά, ηρακλείτιας έμπευσης, του ποταμού και των σταγόνων του, και των εννοιών ως διαφορετικών “καταγραφών” των “ατομικών όψεων της κίνησης” και των συστατικών της είναι αυτή που τού χρησιμεύει ως παράδειγμα. Η μεταφορά αυτή βρίσκει τη θέση της στα συμφραζόμενα της “αιώνιας ανάπτυξης του κόσμου”, για να επαναλάβουμε την διατύπωση που ήδη αναφέραμε, δηλαδή, μιας ανατάραξης ή θεμελιακής κίνησης που είναι εξωγενής για τον παρατηρητή, ο οποίος απλώς την στοχάζεται απ’ τις όχθες. Μια κίνηση τέτοιου είδους εμπλέκεται στον αρχικό ορισμό της “αντανάκλασης”, αυτόν του κόσμου που αφομοιώνεται σε ένα “μεγάλο όλον”, απ’ το οποίο η ιστορία και η ανθρώπινη πρακτική φαίνεται περιέργως να απουσιάζουν.

Μέχρι το σημείο αυτό, βρισκόμαστε ακόμα σε αυστηρή συνέχεια με τον ύστερο Ένγκελς, κυρίως με το κείμενό του για τον Λούντβιχ Φόιερμπαχ, το οποίο κανονικοποιήθηκε από την ορθοδοξία της Δεύτερης Διεθνούς: τη διάκριση μεταξύ του “συστήματος” του Χέγκελ, το οποίο είναι ιδεαλιστικό και συντηρητικό, και της “μεθόδου” του —δηλαδή, της διαλεκτικής— που είναι κριτική και επαναστατική, και που, όπως η επιστήμη, απαρτίζεται από “γενικούς και οικουμενικούς νόμους της κίνησης” και της ανάπτυξης, τόσο της φύσης όσο και της ανθρώπινης δράσης. Οι νόμοι αυτοί με τη σειρά τους αποτελούν απλώς την αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης, που είναι αντικειμενική, στο μυαλό του στοχαστή, και όχι το αντίστροφο όπως πίστευε ο Χέγκελ, εφόσον το Απόλυτο για αυτόν αυτο-αλλοτριωνόταν και εξέπιπτε στην φύση. Εφόσον είχε “ξανατοποθετηθεί στα πόδια της” μ’ αυτόν τον τρόπο, η διαλεκτική των εννοιών είναι η ενσυνείδητη αντανάκλαση της διαλεκτικής κίνησης του πραγματικού και αντικειμενικού κόσμου.

Για τον Λένιν όμως, τα πράγματα άρχισαν γρήγορα να γίνονται πιο πολύπλοκα, και πολύ σοβαρά, όταν έφτασε στη διαδασκαλία περί της Ουσίας. Είναι αλήθεια πως οι σύντομες σημειώσεις του για τη διδασκαλία περί του Είναι καταλήγουν στα γνωστά επιφωνήματα για τα “άλματα” και την αναγκαιότητά τους, και έτσι υπάρχει μια κάποια αποστασιοποίηση από την σταδιακότητα που η ορθοδοξία συνέδεε με την αντίληψή της περί της μεγάλης και οργανικά συνδεδεμένης ολότητας του σύμπαντος εν διαρκή κινήσει. Οι παρατηρήσεις του για τους προλόγους του Χέγκελ στο έργο του είχαν εξίσου οδηγήσει τον Λένιν να συναισθανθεί τη δυσκολία της αποσύνδεσης του “συστήματος” από τη “μέθοδο”, στον βαθμό που η λογική, σύμφωνα με τον Χέγκελ, προαπαιτούσε μορφές που είναι “gehaltvolle Formen, μορφές του ζειν, πραγματικό περιεχόμενο που συνδέεται αδιαχώριστα με το αντικείμενο.” Όμως είναι μόνο με την ανάγνωσή του στη διαδασκαλία περί της Ουσίας που ο Λένιν άρχισε να συνειδητοποιεί τον ανεπαρκή χαρακτήρα —στην πραγματικότητα αφελή και αυτοσχέδια συναρμολογημένο— των “υλιστικών” του δυισμών, και να διεισδύει στο επίπεδο της εμμένειας που ξετυλίγεται στις κατηγορίες της εγελιανής λογικής.

Ως “αντανάκλαση στον εαυτό της”, η ουσία ταυτίζεται με την αντικατοπτριστική κίνηση που είναι εγγενής στο ίδιο το Είναι. Η εξωτερική εμφάνιση είναι μόνον η αντανάκλαση της ουσίας ως τέτοιας, όχι κάτι άλλο απ’ το Είναι, αλλά το Είναι ως κάτι που τίθεται στην εξωτερικότητα και ως εξωτερικότητα έτσι ώστε να αναγνωρίσει ότι αυτή η κίνηση τη θέσης του εαυτού του προέρχεται απ’ τον εαυτό του, από την ίδια του την εσωτερικότητα. Αυτή η “επιστροφή στον εαυτό του” δεν σημαίνει ότι η εξωτερικότητα είναι απλά μια προβολή ή μια αναπαραγωγή της εσωτερικότητας, είναι μάλλον ήδη εκεί, ως κάτι που προϋποτίθεται από και εγγράφεται πάνω στην ίδια την εσωτερικότητα, και που επιτρέπει στην ολότητα να αντιμετωπίσει την κίνηση του ίδου της του καθορισμού. Επιστρέφοντας στην μεταφορά του ποταμού, ο Λένιν καταλαβαίνει ότι αν είναι εφικτό να διαχωρίσουμε ανάμεσα στον “αφρό” και τα “βαθιά ρεύματα”, τότε “ακόμα και ο αφρός είναι έκφραση της ουσίας!” Για να το θέσουμε διαφορετικά, η εμφάνιση της ουσίας, η “αντανάκλαση” δεν είναι τόσο μια ψευδαίσθηση που μπορεί να αναχθεί (όταν την φέρνουμε πίσω στο πραγματικό υλικό είναι του οποίου είναι απλά η μίμηση) στην προβαλλόμενη εικόνα μιας εξωτερικής κίνησης. Είναι η αρχική στιγμή μιας διαδικασίας αυτοκαθορισμού η οποία οδηγεί στο ξεδίπλωμα του πραγματικού ως αποτελεσματικότητας (Wirklichkeit). Έτσι προκύπτουν τα προβλήματα ορολογίας που αναλογίζεται ο Λένιν σε ό,τι αφορά την σωστή μετάφραση του όρου “Reflexion.” Και έτσι προκύπτει και ο ενθουσιασμός του, αμέσως μετά την ανάγνωση των σελίδων που είναι αφιερωμένες στις τρεις μορφές αντανκλαστικής κίνησης (μορφές τις οποίες ο Λένιν βρήκε πως ο Χέγκελ είχε αλλού “αναπτύξει πολύ δυσνόητα”), όταν και ανακαλύπτει το πραγματικό επίπεδο εμμένειας που αποκαλύπτει η εγελιανή “κίνηση”. Όχι η αναταραχή, η ροή του σύμπαντος όπως γίνεται αντιληπτή από μια θέση έξω απ’ αυτή, αλλά μάλλον η αυτο-κίνηση (Selbstbewegung): “Κίνηση και ‘αυτο-κίνηση’ (αυτή η NB! Αυθαίρετη [ανεξάρτητη], αυθόρμητη, εσωτερικά αναγκαία κίνηση) […] ποιος θα το πίστευε ότι τούτος είναι ο πυρήνας του ‘Εγελιανισμού’ του αφηρημένου και δυσνόητου [abstrusen] […] Εγελιανισμού; Αυτός ο πυρήνας έπρεπε να ανακαλυφθεί, να γίνει κατανοητός, hinüberretten, να αποκαλυφθεί, να εκλεπτυνθεί, και αυτό ακριβώς έκαναν οι Μαρξ και Ένγκελς.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου