Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Πρωί

Κάθε πρωί που κίναγα να πάω στη δουλειά....

Τέσσερα πράγματα αποτέλεσαν τον πυρήνα του πολιτιστικού σοκ που υπέστην τον Αύγουστο του 2001, όταν πρωτοήρθα στην Κύπρο για δουλειά: πρώτον, η ζέστη και ο απότομα έντονος ήλιος που έμπαινε απ' το παράθυρο από νωρίς το πρωί· δεύτερον, το γεγονός ότι οι Κύπριοι δεν έχουν σιέστα, σε αντίθεση με τους ράθυμους Σαλονικιούς στους οποίους εξ εκπαιδεύσεως αν όχι και εκ φύσεως ανήκω· τρίτον, ότι στις τρεις το απόγευμα, ώρα που το βιολογικό ρολόι της Θεσσαλονίκης αναγνωρίζει ως "μεσημέρι", δεν έβρισκες τίποτε ανοιχτό για να φας· και τέταρτον, ότι οι Κύπριοι ξυπνούν γενικά νωρίς, ακόμα και όταν είναι περίοδος διακοπών, και κοιμούνται νωρίς.

Το πρώτο δεν έχει σταματήσει να μού δημιουργεί πρόβλημα, καθώς απεχθάνομαι την υπερβολική ζέστη· το δεύτερο το ξεπέρασα με κάπως παράξενο βιολογικό τρόπο: τώρα η μεσημεριανή σιέστα μού είναι οργανικά ευχάριστη μόνο στην Κύπρο και ποτέ στην υπερβολικά υγρή και μουντή για τα γούστα μου Θεσσαλονίκη· το τρίτο έχει αντικειμενικά θεραπευτεί σε μεγάλο βαθμό με τα χρόνια, καθώς προέκυψαν περισσότερες επιλογές εάν πεινάσεις τέτοια ώρα· το τέταρτο, βαριά κληρονομιά της παρατεταμένης φοιτητικής ζωής και του να είναι κανείς Θεσσαλονικιός, είχε ήδη δεχτεί ισχυρό πλήγμα κατά το 18μηνο στο ελληνικό πεζικό και θεραπεύτηκε τελεσίδικα με τη γέννηση του γιού μου το 2003.

Δεν μπορώ να πω ότι έχω φτάσει στο επίπεδο της μακαρίτισσας της νονάς του μικρού, που σηκωνόταν στις 4.30 το πρωί για να μαγειρέψει καμιά ώρα και μετά να αρχίσει το διάβασμα και το γράψιμο ή το διόρθωμα γραπτών. Αρκούμαι, τις περισσότερες μέρες, στο απολύτως απαραίτητο εγερτήριο στις 7.00 ώστε να είμαι στο σχολείο του παιδιού ως τις 7.45 που χτυπάει το κουδούνι. Υπάρχει πάντα μια μυστήρια ζώνη στο τέταρτο μεταξύ 7.45 και 8.00 που νιώθω μια ανεξήγητη ευφορία: η μέρα μου έχει αρχίσει αλλά δεν έχει αρχίσει, έχω ξυπνήσει αρκετά νωρίς για να έχω ακόμα λίγο χρόνο με τις σκέψεις μου. 

Το πρωί, ο κόσμος είναι πιο ελαφρύς. Νιώθεις μια αυθόρμητη διάθεση να είσαι ευγενικός με τους ανθρώπους. Ο ύπνος έχει θεραπεύσει πολλούς απ' τους εκνευρισμούς και τις απογοητεύσεις της προηγούμενης μέρας στο μαγγανοπήγαδο. Σκέφτομαι για την μακρά ιστορία του πρωινού ξυπνήματος: την αγροτική ζωή και τους ρυθμούς της, προσανατολισμένους με ευλάβεια στο φυσικό φως του ήλιου ελλείψει τεχνητών μέσων φωτισμού· την μοναστική ζωή, που μετατρέπει το επιβαλλόμενο απ' τη φύση ωράριο του αγρότη σε ηθική νόρμα· την στρατιωτική, που κρατά απ' την μοναστική το κέλυφος της πειθαρχίας ως αυτοσκοπού, ξεχνώντας τον υποτιθέμενο καρπό της ηθικής ανάτασης. Την βιομηχανική, την αυγούλα έξω απ' το εργοστάσιο, τους καφέδες σε πλαστικό στο κυλικείο, την κουβέντα που ζεσταίνει τους μύες πριν αρχίσει το γκάπα γκούπα και ο ορυμαγδός. 

Από την σκοπιά του πρωϊνού, ο κόσμος συνοψίζεται σε ένα πράγμα: εργασία. Στις 6.00, τις 6.30, τις 7.00 το πρωί, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην δουλειά. Και αυτό συνεπάγεται επίσης κάθε είδους ευχάριστα διαστρεβλωμένες, ηδονικά ουτοπικές αισθήσεις: ότι όλος ο κόσμος έχει δουλειά, κατ' αρχάς. Ότι το μεσημεριανό είναι μια οικουμενική ανταμοιβή για την εργαζόμενη ανθρωπότητα. Ότι δεν υπάρχει έγκλημα και εγκληματικότητα (είναι αδύνατο να σκεφτείς την διάπραξη εγκλημάτων τέτοιες ώρες). Ότι η τιμιότητα ζει το απώγειο της δόξας της, αν όχι ως έμπρακτη αξία, τουλάχιστο ως κάτι στο οποίο μπορεί και πρέπει να ελπίζει ο άνθρωπος, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους. Την ίδια στιγμή, και ενώ γράφεις στον υπολογιστή, έχεις αυτή την αστεία αίσθηση ότι το ηλεκτρικό ρεύμα είναι μια εφεύρεση που στοίχισε πολύ πόνο στον άνθρωπο: παρατεταμένα ωράρια· μια ατέλειωτη μέρα εργασίας· θλιβερές, αλκοολικές νύχτες εργατών στις πόλεις· την καθήλωση μπροστά σε τηλεοπτικά σκουπίδια· τον εγκλωβισμό σε μια μάταιη αναζήτηση του "ελεύθερου χρόνου", που είναι απλώς καταναλωτικός χρόνος, χρόνος που αφομοιώνεται πίσω στην παραγωγή· την χρόνια αϋπνία ανθρώπων που αναγκάζονται να εργάζονται την νύχτα για να καλύψουν τις ανάγκες αυτής της αφύσικης ζωής, αυτού του εποικισμού του εικοσιτετράωρου από την παραγωγή που κρύβεται στην απατηλά ρομαντική διατύπωση "η πόλη δεν κοιμάται ποτέ."

Το πρωί όμως δεν είναι η ώρα του Μπουκόφσκι ή του Μπάροουζ, δεν είναι η ώρα του Ντέιβιντ Λυντς, του Ρέιμοντ Τσάντλερ, του Μποντλέρ ή του cyberpunk. Δεν είναι καν η ώρα του Μαρξ, που χτυπά την πόρτα του μυαλού, ως σωστός εγελιανός, το σούρουπο. Το πρωί είναι η ώρα των ουτοπικών σοσιαλιστών, του Φουριέ, του Καμπέ, του Σεν Σιμόν, του Όουεν: όλων αυτών των πεισματικά ενάρετων αγροτών της πόλης που ουσιαστικά φαντάστηκαν την κοινωνία από την σκοπιά του εγερτηρίου νωρίς, από την σκοπιά του ονείρου της μέρας. Το όνειρο της μέρας, όπως εξακολουθεί να μας θυμίζει ο Μπλοχ, είναι για την ουτοπία ό,τι είναι το νυχτερινό όνειρο για την ψυχανάλυση, αλλά με αντίστροφη εικονοποιητική λειτουργία: το ξυπνητό όνειρο --για μένα, αυτό που επιστρέφει 7.45-8.00-- δεν είναι δραματουργία του θαμμένου ή κατεσταλμένου παρελθόντος αλλά του άγουρου μέλλοντος. Το όνειρο του Noch Nicht, του "όχι ακόμα" είναι επίσης Nicht Nacht, όχι (τη) νύχτα.

5 σχόλια:

  1. Πολυ ωραιο κειμενο Αντωνη. Μποντλερ, Μπαροουζ, Λυντς, cyberpunk..ομορφα πραγματα.
    : ]]]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πολύ καλό Αντώνη, εσχατολογικά νοσταλγικό :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Aπό τα πιό όμορφα κείμενα σου. Και συμφωνώ με Ρασκόλ, απροσδιόριστα νοσταλγικό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ευχαριστώ, να είσαι καλά. Μάλλον έχετε δίκαιο. Νοσταλγικά εσχατολογικό είναι καλή περιγραφή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή