Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Κώστας Καρυωτάκης-Κάθαρσις

Κώστας Καρυωτάκης
"Κάθαρσις"

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ --παφ, παφ, παφ, παφ-- "έχετε λίγη σκόνη", να ειπώ, "κύριε Άλφα."

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκρυζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και τον σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: "Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα..."

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να την δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: "Δούλος σας, κύριέ μου."

Αλλά πρώτα-πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: "πεντακόσιες χιλιάδες." Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: "σύμφωνος." Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: "Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ..."

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά και ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...

Γραμμένο γύρω στο 1928, λίγο πριν την αυτοκτονία του.
Φωτογραφία: Ο Καρυωτάκης νεκρός, στο Βαθύ Πρέβεζας.

4 σχόλια:

  1. Δεν το ήξερα καθόλου αυτό το ποίημα του Καρυωτάκη.
    Σπάει κόκκαλα αυτή του η καυστικότητα και νομίζω σε όλους μας είναι οικείες αυτές οι καταστάσεις δυστυχώς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι πεζό, απ' τα ελάχιστα που έγραψε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. (Βρήκα blog να κάνω τέτοιο λάθος...)

    Πάντως αν κόψεις τις προτάσεις στη μέση γίνεται ωραιότατο ποίημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @EG: Δεν τρέχει τίποτα.

    Νομίζω είναι αρκετά αποκαλυπτικό κοινωνικο-ιδεολογικά κείμενο. Θα ήθελα κάποια στιγμή να ανεβάσω και έναν εξαίσιο επικήδειο που έγραψε ο Εμπειρίκος για τον Καρυωτάκη. Σπάνιας ευγένειας κείμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή