Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Περί αποστασίας

Με ρωτούν κάποιες φορές αν θεωρώ ακόμα τον εαυτό μου Μαρξιστή. Ακόμα κι αν η "πίστη" μου κατέρρεε, δεν θα το διαφήμιζα, όχι από ντροπή για το ότι είχα λάθος (αν και αυτό, παραδέχομαι, θα ήταν παράγοντας) αλλά από φόβο μην κινήσω έστω και μια αδιόρατη υποψία πως είμαι οπορτουνιστής. Για να δανειστώ τη γλώσσα μιας περασμένης ακαδημαϊκής μόδας, αν, στη δημόσια ζωή, το "σημαίνον" είναι "δεν είμαι πλέον Μαρξιστής", τότε το "σημαινόμενο" είναι συνήθως "είμαι για πούλημα." Αναμφίβολα, μπορεί κανείς να φτάσει να αποκηρύξει παρελθοντικές του πεποιθήσεις υπό το φως περαιτέρω μελέτης και εμπειρίας ζωής. Μπορεί επίσης να αποφασίσει ότι τα νεανικά ιδανικά, κυρίως όταν αρχίζουν οι οικογενειακές ευθύνες και όταν οι προοπτικές ριζοσπαστικής αλλαγής ξεθωριάζουν, παραείναι βαριά για τους ώμους του. Θα ήλπιζε όμως κανείς ότι αυτή η προσαρμογή, όσο κατανοητή κι αν είναι (έστω, όντας απογοητευτική), θα ερχόταν σε πέρας με ειλικρίνεια και με έναν δέοντα βαθμό ταπεινοφροσύνης αντί αυτού που συμβαίνει συνήθως: περιφρόνηση για αυτούς που συνεχίζουν να αγωνίζονται. Το φαινόμενο της πολιτικής αποστασίας γίνεται πραγματικά αποκρουστικό ακριβώς όταν συνοδεύεται από φανφάρες και πυροτεχνήματα.

Oι αποστάτες κάνουν πάντα το διορθωτικό τους άλμα ανάλογα με το πού βρίσκεται η ισχύς στο πολιτικό φάσμα, ανακαλύπτοντας τις αρετές του κατεστημένου. [...] Αν η αποστασία δεν εξαρτώνταν από κίνητρα ισχύος, τότε θα περίμενε κανείς χονδρικά να υπάρχουν ίσες μετακινήσεις και στις δύο κατευθύνσεις. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Αυτός που ετοιμάζεται να αποστατήσει ελκύεται πάντα απ' το μαγνητικό πεδίο της ισχύος, και ποτέ απ' αυτό που δεν έχει ισχύ. Όσο περίπλοκες κι αν είναι οι μαρτυρίες για το πώς κάποιος έφτασε "να δει το φως", το κίνητρο πίσω απ' την πολιτική αποστασία είναι – συγχωρήστε μου τον κυνισμό – ένα αρκετά απλό και μη πολύπλοκο ζήτημα: το να εξαργυρώσεις, ή να συνεχίζεις να εξαργυρώνεις, τις γήινες απολαύσεις σου. Πράγματι, ο αποστάτης, μπορεί ακόμα και να κεφαλαιοποιήσει το παρελθόν για να αυξήσει την τωρινή του ανταλλακτική αξία. Ο επαγγελματίας πρώην ριζοσπάστης Todd Gitlin δεν ξεχνά ποτέ να αναφέρει, όταν αποκηρύσσει τους αριστερούς, ότι ήταν πρώην ηγέτης των Φοιτητών για Μια Δημοκρατική Κοινωνία (SDS). Δεν έχει σημασία ότι αυτό συνέβει πριν σαράντα χρόνια· αν και ήμουν πρόεδρος της έκτης δημοτικού πριν σαράντα χρόνια, δεν το αναφέρω όλη την ώρα. Δεν θά 'πρεπε να υπάρχει κάποιου είδους νομικός περιορισμός σε ό,τι αφορά την εκμετάλλευση του πολιτικού παρελθόντος κάποιου; Όπως και νά 'χει, είναι δύσκολο να καταλάβεις γιατί μια παραδοχή των πρώην λαθών κάποιου θά 'πρεπε να ενισχύει την τωρινή του αξιοπιστία. Αν, σύμφωνα με την παραδοχή κάποιου, τα είχε καταλάβει όλα λάθος, γιατί πρέπει οποιοσδήποτε να δώσει σημασία στις νέες τους απόψεις; Δεν είναι πιο λογικό να δίνει σημασία σ' αυτούς που έφτασαν σ' αυτό το συμπέρασμα νωρίτερα και όχι αργότερα; Ένα μέλος του Ομίλου για τη Διάδοση της Θεωρίας της Επίπεδης Γης που ανακαλύπτει ότι ο κόσμος είναι σφαιρικός δεν καλείται να δώσει την κεντρική ομιλία σε συνέδριο αστροφυσικών. Πράγματι, το φρόνιμο συμπέρασμα φαίνεται να είναι: μια φορά ηλίθιος, για πάντα ηλίθιος. Είναι παιχνιδάκι το να φτιάξεις μια μεγάλη λίστα –Roger Garaudy, Boris Yeltsin, David Horowitz, Bernard Henri-Levy… – ατόμων που πιστοποιούν την σοφία αυτής της κοινής λογικής.

Ο αποστάτης όμως είναι συνήθως αρκετά έξυπνος για να καταλάβει ότι, προκειμένου να ελκύσει την δημόσια σημασία και να δρέψει τα πλεονεκτήματα που φέρνει αυτό, δεν αρκεί απλώς να καταγράψει αυτή ή εκείνη την αμφιβολία για τις παλιότερες πεποιθήσεις του ή τις λεπταίσθητες διαφορές του με πρώην συντρόφους (στο κάτω-κάτω, έτσι θα περίμενε κάποιος να εξελιχθεί μια έλλογη αλλαγή στάσης). Και αυτό γιατί η σταδιακή αλλαγή, ή η θεμελιώδης αλλαγή που έρχεται σταδιακά, δεν προκαλεί τη δημόσια προσοχή: πρέπει να προκύψει δραματική ρήξη με το παρελθόν κάποιου. Η μεταστροφή και ο ζήλος, όπως και η αποκάλυψη και η αποστασία, είναι οι διαφορετικές πλευρές του ίδιου νομίσματος, μιας και τα θεμέλια μιας πολιτικής κουλτούρας έχουν περισσότερα να κάνουν με τη θρησκεία παρά με τον έλλογο λόγο. Μια απ' τις τελετουργίες ενηλικίωσης που αφορούν ειδικά την αμερικανική πολιτική κουλτούρα είναι το να επιτίθεσαι φραστικά στον Νόαμ Τσόμσκι. Πρόκειται για το πολιτικό ισότιμο του μπαρ μίτσβα, για μια τελετουργική σηματοδότηση του γεγονότος ότι κάποιος "μεγάλωσε" – δηλ., ξεπέρασε το "παιδιάστικο" παρελθόν του. Είναι δύσκολο να βρεις βιβλίο πρώην ριζοσπαστών – το Επιστολές σ' έναν νεαρό ακτιβιστή του Gitlin, το Φιλελευθερισμός και τρομοκρατία του Paul Berman… – το οποίο να μην συμπεριλαμβάνει μια υστερική επίθεση εναντίον του Τσόμσκι. Πίσω απ' το δηλητήριο υπάρχει πάντα ένας διαφανής ψυχολογικός παράγοντας. Ο Τσόμσκι καθρεφτίζει το ιδεαλιστικό τους παρελθόν και το μίζερο παρόν τους, ως επίμονη υπενθύμιση του γεγονότος ότι κάποτε είχαν αρχές αλλά τώρα δεν έχουν, ότι αυτοί ξεπουλήθηκαν αλλά ο ίδιος όχι. Και επειδή μισούν την υπενθύμιση, προσπαθούν διαρκώς να σπάσουν το γυαλί του καθρέφτη. Είναι ο δαίμονας απ' το παρελθόν, που μετά το "απεταξάμην" δεν εξορκίζεται με καμιά προσευχή.

Υπάρχουν δύο ολωσδιόλου αντίθετες πολιτικές στάσεις με τις οποίες μπορείς να κερδίσεις την προσοχή ενός ακροατηρίου. Η πρώτη είναι να είσαι πολιτικά συνεπής, αλλά να είσαι και πρωτότυπος σε ό,τι αφορά τις επισημάνσεις σου· η δεύτερη, μια πρωτεϊκή μορφή αποστασίας, είναι να βασίζεσαι στο πόσο μπορείς να σοκάρεις με ένα περιστασιακό, εξωφρενικά ασυνεπές ξέσπασμα. Η πρώτη προσέγγιση, της οποίας παράδειγμα είναι ο Τσόμσκι, απαιτεί σκληρή δουλειά, ενώ η δεύτερη είναι το τεμπέλικο υποκατάστατό της. Έτσι, ο Nat Hentoff, ο κουλ αυτός (λατρεύει τη τζαζ) αριστεροφιλελεύθερος συγγραφέας, έβαζε πικάντικες νότες στα επίπονα βαρετά του άρθρα στη Village Voice κάνοντας ξαφνικές επιθέσεις κατά της έκτρωσης ή υποστηρίζοντας την υποψηφιότητα Κλάρενς Τόμας για το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο αυθέντης αυτού του είδους της εκκεντρικής μη προβλεψιμότητας ήταν ο Κρίστοφερ Χίτσενς. Στο μέσο μιας αρκετά τυπικής αριστερής πολιτικής, εξαπέλυε ξαφνικά ενέδρες σε ανυποψίαστους αναγνώστες, επιτιθέμενος στις εκτρώσεις, εκφράζοντας θαυμασμό για τους μισογύνικους και παιδαριώδεις στίχους των Two Live Crew ("νομίζω ότι είναι πολύ αστείοι"), ή εκφράζοντας την υποστήριξή του για την εξόντωση των Ινδιάνων της Αμερικής απ' τον Κολόμβο ("αξίζει να γιορτάζεται με μεγάλο σκερτς και γούστο"). Και αμέσως, το θέμα στην πόλη γινόνταν: "διάβασες Χίτσενς αυτή τη εβδομάδα"; [...]
Μτφρ.: Lenin Reloaded

7 σχόλια:

  1. "η δεύτερη, μια πρωτεϊκή μορφή αποστασίας, είναι να βασίζεσαι στο πόσο μπορείς να σοκάρεις με ένα περιστασιακό, εξωφρενικά ασυνεπές ξέσπασμα."

    Did someone say "Slavoj Zizek"?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @Αντώνης

    Δεν νομίζω πως αποστάτησε ο Ζίζεκ ή μάλλον θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως αποστάτησε από το αντίπαλο στρατόπεδο: από οπαδός της φιλελεύθερης δημοκρατίας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90, προς πιο "μαρξιστικές" και ριζοσπαστικές θέσεις σήμερα. Tώρα πόσες από τις θέσεις που διατυπώνει είναι όντως ριζοσπατικές ή μαρξιστικές, είναι ζήτητμα έντονης συζήτησης.

    Όσο για τις συνεχείς σοκαριστικές τοποθετήσεις του, είναι μάλλον τμήμα μίας τακτικής του "epater les bourgeois", μίας προσπάθειας να σκανδαλίσει τα μεσοαστικά, ακαδημαϊκά ακροατήρια του, επιτιθέμενος στα κατεστημμένα ήθη τους και στις politically correct συμπεριφορές. Το πρόβλημα είναι πως ο ριζοσπαστισμός του Ζίζεκ θυμίζει επιτελεστική αντίθεση. Ο Ζίζεκ πουλάει ριζοσπαστισμό σε εκείνα τα ακροατήρια και με τέτοιο τρόπο, ωστέ στο τέλος αυτό που μένει από αυτόν το ριζοσπαστισμό δεν είναι παρά μία... ριζοσπαστική τακτική marketing.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @Smirnoff: Για να μπορεί να ειπωθεί ότι κάποιος "αποστάτησε", πρέπει πρώτα να έχει συνδεθεί με συνέπεια με έναν πολιτικό χώρο και μια πολιτική ιδεολογία. Ο Ζίζεκ του "sympathy for Στάλιν/όχι, δεν είμαστε κομμουνιστές", "ζήτω ο κομμουνισμός/όχι έξοδος απ' την ΕΕ, παραμονεύει ο εθνικισμός", "Ο Χριστιανισμός είναι η αντικειμενική έκφραση του weltgeist/ο αντισημιτισμός είναι ο νούμερο ένα κίνδυνος για τους Παλαιστίνιους σήμερα", δεν νομίζω ότι μπορεί να ειπωθεί ότι πρεσβεύει οτιδήποτε άλλο από ένα διαρκές και συνεχές attention getting απ' το οποίο είναι αδύνατο να αποστατήσει παρά μόνο αν αποφασίσει ποτέ στη ζωή του να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς λέει και με ποιον ακριβώς είναι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Άλλωστε, ο Finkelstein περιγράφει αυτό που εγώ συνέδεσε με τον Zizek με μια "πρωτεϊκή μορφή αποστασίας", "an inchoate apostacy" και όχι με την καθαρή αποστασία. Νομίζω πως αυτή είναι μια ακριβέστατη περιγραφή του πολιτικού στίγματος του Ζίζεκ: inchoate apostacy, μια ασαφής και συγκεχυμένη ατμόσφαιρα turncoatism που συνοδεύεται διαρκώς από διακηρύξεις άσβεστης πίστης. Με λίγα λόγια, μια φάρσα α λα Jerzy Cozinsky, στον οποίο αναφέρεται άλλωστε ο Finkelstein.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Έχει δε τεράστιο ενδιαφέρον για μένα ότι αυτή η απόλυτη έλλειψη principle πλασάρεται σήμερα ως συνώνυμη της "ελευθερίας του νου". Δεν ήξερε από ελευθερία του νου ο Γκράμσι, ας πούμε, που έγραψε αριστουργήματα πολιτικής ιστορίας και θεωρίας στη φυλακή και έχοντας χρόνια και σοβαρά προβλήματα υγείας, και ξέρει ο Ζίζεκ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @Αντώνης

    Δεν μπορώ να διαφωνήσω με αυτό, αν και μπορεί καποιος να ισχυριστεί πως ο Ζίζεκ παραμένι πιστός στον καθαρό (ως κενό σημαίνον) Ζίζεκ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αυτός ο Finkelstein έχει κάτι ευαισθησίες, μην τον περάσουν λέει για οπορτουνιστή.
    Μα δεν έχει καταλάβει ότι αυτό είναι προτέρημα και όχι ελάττωμα;
    Ευελιξία και προσαρμοστικότητα αναλόγως των συνθηκών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή