Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Πύλη

Το κλειδί και το όνειρο
συναντιούνται κάποτε
μέσα στην τσέπη μου την τρύπια,
αυτή με τη φόδρα από νύχτα.
Νιώθω την αμοιβαία ταραχή
τους στον μηρό, και μετά στον
χαλασμένο μου βραχίονα.
Τότε, από το μέτωπό μου
ξεπηδάνε εφτά άλογα: το τυφλό, εκείνο
που τρέμει, το εωθινό άλογο,
το άλογο της δίψας, το φρόνιμο,
το άλογο του πηγαδιού,
εκείνο της έκτασης.
Χλιμιντρίζουν όλα μαζί
πάνω απ’ τα σκυμμένα κουφάρια
των προγόνων μου,
που πεθαίνουνε διαρκώς με φωτογραφίες,
χειμώνα καλοκαίρι.

Το κλειδί και το όνειρο
είναι η κληρονομιά
της άγνοιας όπου διέφυγε η γενιά μου,
αυτή η ανεξήγητη φάρα με τα σουγιαδάκια,
την μπριγιαντίνη και τα ρολόγια τσέπης.
Σηκώνω απ’ το χώμα
τη μαύρη ρίζα μου, επιστρέφω
με ένα απατηλό λεωφορείο,
γέρνω δίπλα στη σόμπα του άδειου σπιτιού
και νυστάζω. Αποκοιμιέμαι
κι όταν ξυπνάω είναι πάλι νύχτα
κι έξω τριγυρνάνε ακόμη τα σκυλιά.
Δεν σου το χω πει, αλλά αυτό το
βουνό που υψώνεται στην εσωτερική
πλευρά των ματιών μου
με τρομάζει. Μια μέρα, σκέφτομαι,
θα βαδίσει αργά προς τα σπίτια μας.
Μια μέρα θα μάς ποδοπατήσει
όλους, μια και καλή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου