Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Δεν είναι ειρωνικό;

1995. Μέσα της χρυσής δεκαετίας δυτικής αυταρέσκειας, πόζας και διαδεδομένης μετα-ιστορικής δηθενιάς. Η Καναδέζα Alanis Morissette κυκλοφορεί ένα τραγούδι με τίτλο "Δεν είναι ειρωνικό;" (Isn't it ironic?) Το πρόβλημα: αναντιστοιχία τίτλου και περιεχομένου. Οι New York Times δημοσιεύουν άρθρο του John Pareles, στο οποίο σημειώνεται ότι οι στίχοι του τραγουδιού αφορούν "μη ειρωνικά" νοήματα. Ο κωμικός Ed Byrne σημειώνει: "Το μόνο ειρωνικό σ' αυτό το τραγούδι είναι ότι λέγεται "Ειρωνικό" κι έχει γραφτεί από κάποια που δεν ξέρει τι είναι η ειρωνεία. Αυτό είναι αρκετά ειρωνικό."

Η ειρωνεία της έλλειψης αντίληψης για την ειρωνεία μπορεί να οριστεί ως μετα-ειρωνεία. Μετα-ειρωνεία εδώ σημαίνει όχι μόνο ειρωνεία σε άλλο επίπεδο από το προτιθέμενο (όχι στο σημασιολογικό περιεχόμενο μιας γλωσσικής δήλωσης αλλά στην αναντιστοιχία αυτού του περιεχομένου με την σημασιολογική πρόθεση της δήλωσης), αλλά και ειρωνεία μετά την ειρωνεία, ειρωνεία που εκδηλώνεται στην βάση του τέλους της ικανότητας αντίληψης της ειρωνείας και συνεπώς, και της ικανότητας χειρισμού των λειτουργιών της.

Τι σκότωσε την ειρωνεία και άφησε να πλανιέται μόνο το φάντασμά της, την μετα-ειρωνεία; 

Το βασικό σημασιολογικό συμβόλαιο στο οποίο στηρίζεται η ειρωνεία είναι η αντίστιξη, ή μάλλον η από κοινού εφικτή δυνατότητα αντίστιξης, μεταξύ πρόδηλου και υπονοούμενου νοήματος. Όταν, για μια σειρά πολιτικών και ιστορικών λόγων, το υπονοούμενο νόημα εξαφανίζεται καθώς εντάσσεται εντελώς στο πρόδηλο, εξαφανίζεται και η δυνατότητα του ειρωνικού λόγου. Όταν, με άλλα λόγια, αυτό που λέγεται δεν μπορεί πια να διαχωριστεί από αυτό που δεν λέγεται, όταν ο λόγος δεν φαίνεται να έχει πια κατεσταλμένες ή ανομολόγητες διαστάσεις, όταν το έμμεσο πλαίσιο νοηματοδότησης που θα ανέτρεπε το πρόδηλο νόημα στο αντίθετό του εκλείψει, τότε δεν είναι εφικτή η ειρωνική λειτουργία. 

Με πιο απλά λόγια, η ειρωνεία εξαφανίζεται όταν η ίδια η πραγματικότητα γίνεται, καταχρηστικά ομιλώντας, ειρωνικότερη κάθε δυνατότητας ειρωνικής της επαναδιατύπωσης. Όταν συμβαίνει αυτό, η αντίληψη μιας ηθικής, πολιτικής ή αισθητικής νόρμας βάσει της οποίας κάτι κρίνεται ως παρέκκλιση ή εξαίρεση, σταματά να υφίσταται. Τυπικό σύμπτωμα αυτής της κατάστασης: κείμενα που έχουν την πρόθεση να διαβαστούν ως ειρωνικά διαβάζονται ως κυριολεκτικά ή μη ειρωνικά.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια άμεση σχέση ανάμεσα στο τέλος της ειρωνίας και στην κατάσταση εξαίρεσης στο νομικο-πολιτικό επίπεδο. Η θεωρητική αυτή εικασία επιβεβαιώνεται πρακτικά απ' το γεγονός ότι η 11 Σεπτεμβρίου 2001, απαρχή της πρώτης φάσης εντατικοποίησης της κατάστασης εξαίρεσης χαρακτηρίστηκε ως το σημείο του "τέλους της ειρωνείας". Το τέλος της ειρωνείας, από την άλλη, μπορεί επίσης να γίνει κατανοητό ως εξαφάνιση της απόστασης εκείνης από τα πράγματα που προϋποθέτει η ειρωνική ματιά, και την οποία αναπαράγει για ένα ακροατήριο: όταν κανείς δεν είναι ασφαλής από την ωμότητα της πραγματικότητας, η ειρωνεία έχει γίνει ανέφικτη για όλους, και όποιος προσπαθήσει να μιλήσει για αυτό ειρωνικά εκλαμβάνεται ως μάλλον αγενής και αναίσθητος. 

Σημαίνει αυτό ότι στην δική μας ιστορική κατάσταση η ειρωνεία δεν έχει πια κανέναν κοινωνικό ή ιδεολογικό ρόλο; Η απάντηση είναι ζήτημα διακρίσεων: η ειρωνεία εκείνη που προϋποθέτει την αντιστιξιμότητα νόρμας και παρέκκλισης, πρόδηλου και έμμεσου νοήματος, είναι πράγματι ανέφικτη, αν όχι και ιδεολογικά αντενεργός (με άλλα λόγια, αντιδραστική). Η ειρωνεία που είναι απαραίτητη σήμερα είναι μια ειρωνεία που δεν εκλαμβάνει καθόλου ως δεδομένη αυτή την αντιστιξιμότητα, που αντίθετα έχει πλήρη συνείδηση της κατάρρευσης των ορίων και διαχωρισμών που επιτρέπουν την ειρωνική λειτουργία, και που συνεπώς αφορά ακριβώς την μετα-ειρωνεία, την ειρωνεία του αδύνατου της ειρωνείας, την κριτική ανάδειξη των λόγων για τους οποίους η ειρωνεία δεν μπορεί να μάς σώσει, δεν μπορεί να μάς προστατέψει από την πραγματικότητα, δεν μπορεί να μάς εξυψώσει νοητικά απέναντι σ' αυτό που συμβαίνει. 

Υπάρχει τόση απόσταση ανάμεσα στα δύο αυτά είδη ειρωνείας, με το πρώτο να μαρτυρά απλώς για την αξιοθρήνητη ανημπόρια κάθε ανιστορικού αυτοματισμού και το δεύτερο να μετέχει ενεργά σε μια τελικά κοινωνική και άμεσα ιδεολογική προσπάθεια επανακαθορισμού της νόρμας για το τι είναι αποδεκτό ή ανεκτό, όση ανάμεσα στις ειρωνικές δυνατότητες του Λάκη Λαζόπουλου και αυτές του Μπέρτολτ Μπρεχτ.

6 σχόλια:

  1. Εξαιρετικό. Η τρίτη παράγραφος μου έφερε στο νου τον κύριο όγκο του πολιτικού τραγουδιού της μεταπολίτευσης. Τραγουδοποιός ων αυτή την ανάγνωση κάνω στο κείμενό σου. Με προβληματίζει πολύ αυτό το ζήτημα.
    Βέβαια θεωρώ ότι η αντίστιξη που θίγεις δεν αφορά την ειρωνεία αυτή καθαυτή μονάχα, αλλά το σύνολο του λόγου. Αν θυμάμαι καλά, ο ίδιος ο Λένιν, στον Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό, τόνιζε σε κάποιο σημείο πως δεν κοιτάμε αυτά μονάχα που λέγονται, αλλά ότι το ζουμί είναι ακόμη σε αυτά που δε λέγονται.
    Με βοήθησε το κείμενό σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σχετικά με το αν το κομμάτι της καναδέζας μιλάει ή όχι για ειρωνεία, γράφει εύστοχα ένα σχόλιο στο You tube: "The name should be: 'Shit happens'"!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μπορείς να διευκρινήσεις τι έγινε με αυτόν τον General Mc Chrystal; Καλά, το Hurt Locker μας δίχασε-αν θυμάμαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @Ακάλεστος: Ωραία παρατήρηση για Λένιν, ευχαριστώ για τα καλά λόγια.
    @Μάκης Γεωργακάκης: Όντως εύστοχο το σχόλιο
    @EG: Δεν έχω δει το Hurt Locker.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σόρρυ, ο Ακάλεστος και ο Μάκης Γεωργακάκης είμαι το ίδιο πρόσωπο! Κατά λάθος μπήκα με διαφορετικούς λογαριασμούς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΟΚ, δεν υπάρχει πρόβλημα. Ευχαριστώ για τη διευκρίνηση πάντως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή