Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Μιχάλης Κατσαρός-"Μεσολόγγι" (1947)

[...]

Τα νερά κοιμούνται.
Τα νερά σωπαίνουν.
Ματωμένα μαντίλια προμηνάνε το τέλος στην πηχτή λιμνοθάλασσα.
Μας πνίξανε στους δρόμους.

Πώς να τα πω αδέρφια μου; Πώς να τα πω;
Στα πόδια μου κουλουριάζονται οι φωνές που χάνονται
πάνω στο κρύο πρόσωπο της γης φυτρώνουν ράχες
θέλουν να σπάσουν το νερό που τύφλωσε
τραβάνε τις φλέβες μου
θέλουν τον ήχο μου
διπλώνονται κι αναδιπλώνονται πάνω στα χέρια μου
πάνω στο στήθος μου γεννάνε,
ρωτάν ρωτάν ρωτάν
ένα γιατί που σπάει τα νερά του δειλινού
τρέχει πάνω στην άγρια θάλασσα
πάνω στον κάμπο λύνει τα ποτάμια
λύνει τα δέντρα
λύνει τα στάχυα
και γίνομαι.

[...]

Όμως δεν ήταν όνειρο.
Κάτω απ' τον ουρανό γαλαζογέρνανε
χιλιάδες άνθρωποι
κι όλα να φαίνονται σε μια μαλαματένια βροχή
κι όλα να τρέχουν μέσα στο αίμα
σαν τα κύματα καθαρά
σαν το νερό καθαρά
σαν την πέτρα.

[...]

Βγαίνουν ζερβά δεξιά σπαθιά στο μεσοπόρτι
και γυναικόπαιδα και παλικάρια κι αναπνοή
κι άλλοι καρφώνουνε τα μάτια τους στη γη
κι άλλοι χτυπάνε τον οχτρό γιατί τον βλέπουν
κι άλλοι λυγίζουν στα τείχη το κορμί
δεν ξέρουν πούθε να πιαστούνε
σμίγει το αίμα μέσα στη σιωπή
κι όλο κυλάει, κυλάει ζεστό στη λίμνη.

[...]

Κι εκεί
χυμένος μέσα σε χίλιες μορφές
μέσα σε χίλια βλέμματα
σε χίλια χέρια
αραδιάζω τα χρόνια μου σαν τα σπαθιά
και προχωράω αδερφωτά σαν να 'μουν άλλος
σα να γεμίζω τις σκιές με θαλασσές κορδέλες
σα να γεμίζω τη νυχτιά μ' άγριες αστροφεγγιές.

[...]

Και με το πλήθος γίνηκα σαν ένα σώμα
γιγάντιο σώμα
π' ανασαίνει
ζεστόν αγέρα κι άγρια φωτιά.

Γκρεμίσαμε τα τείχη μας.

[...]

1 σχόλιο:

  1. Απ' το ποίημα στο οποίο παραπέμπει --εν είδει φόρου τιμής-- το "Λιμνοθάλασσα."

    ΑπάντησηΔιαγραφή