Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Περί διαλόγου VI

Της Μαρίας, για το ρηξιγενές θάρρος απέναντι στην εσωτερική αγωνία.

Στις 23 Σεπτέμβρη του 2010, περισσότερο από ένα χρόνο πριν, ξεκίνησα να γράφω μια πραγματεία περί διαλόγου στο ιστολόγιο Radical Desire (Εισαγωγή, πρώτο μέρος, δεύτερο μέρος, τρίτο μέρος, τέταρτο μέρος). Στο τέλος του τέταρτου μέρους προανήγγειλα ένα πέμπτο και τελευταίο μέρος, με θέμα τον πολιτικό διάλογο. Το μέρος αυτό δεν γράφτηκε ποτέ στο Radical Desire. Αλλά το "ποτέ" δεν διαρκεί πάντοτε για πάντα.

Πριν όμως εξοφλήσω αυτό το μακροπρόθεσμο συγγραφικό χρέος, θα ήθελα να συνοψίσω τα ευρήματα των αναρτήσεων που προηγήθηκαν, και τις οποίες προανέφερα. Στην εισαγωγή στο θέμα, επικεντρώθηκα στα "συμπτώματα εκφυλισμού", όπως τα χαρακτήρισα, του διαλόγου τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό βίο της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, καθώς και στις ιδεολογικοπολιτικές συνεπαγωγές τους για την αστική δημοκρατία εν γένει.

Ακολούθως, στο πρώτο μέρος, επέστρεψα στην πολύ διαφορετική κατασκευή της έννοιας του διαλόγου στην αρχαία Ελλάδα, επικεντρώνοντας, αφενός, στο μοντέλο του διαλόγου ως πολεμικής φύσης αγώνα μεταξύ δύο (αγωνιστικός διάλογος), όπως αυτός ανακύπτει καθαρά στον Όμηρο και τις τραγωδίες· και αφετέρου στον Πλατωνικό διάλογο, με τις δύο του φάσεις, αυτές του απορητικού διαλόγου στα πρώιμα έργα και του μαιευτικού διαλόγου στα ώριμα έργα του Πλάτωνα. Μίλησα, τέλος, για τον ντοστογιεφσκικό διάλογο ως ένα υβρίδιο, στο πεδίο της λογοτεχνικής μυθοπλασίας, των τριών αυτών αρχαϊκών μοντέλων (του αγωνιστικού, του απορητικού και του μαιευτικού), το οποίο, ως τέτοιο, διαφοροποιείται κάθετα απ' το κυρίαρχο μοντέλο διαλόγου στην νεωτερική κοινωνία.

Στο δεύτερο μέρος σκιαγράφησα τα συστατικά του κυρίαρχου αυτού μοντέλου, που δεν είναι άλλο από αυτό του αστικού διαλόγου ως λεκτικής ενσάρκωσης της συμβασιακής σχέσης. Τα συστατικά αυτά ήταν:

1) η επιμονή στην αντίληψη των δύο μερών ως τυπικά ίσων, πράγμα που επίσης σημαίνει ότι ο αστικός διάλογος υποτίθεται ότι δεν αναδεικνύει “νικητή”. Ο αστικός διάλογος δεν καταλήγει, αλλά παρουσιάζεται ως παρουσιάζεται ως αυτοσκοπός, με μια κρίσιμη διαφορά απ' τον απορητικό διάλογο: στον αστικό διάλογο η ισότητα των μερών σημαίνει επίσης απόλυτη ισότητα των προτάσεών τους, και η απόλυτη αυτή ισότητα προτάσεων τις καθιστά αδιάφορες ως προς το αληθειακό περιεχόμενό τους.

2) η επιμονή, ταυτόχρονα, στην απόκρυψη και καταστολή των πραγματικών ανισοτήτων: όπως και στις καπιταλιστικές συμβασιακές σχέσεις, αποκρύπτεται και καταστέλλεται κάθε τι που υπενθυμίζει τις συντριπτικές πραγματικές ανισότητες που κρύβονται πίσω από την φορμαλιστική, νομικίστικη ισότητα: εκπαιδευτικές ανισότητες, ανισότητες προϋποθέσεων λόγου, ανισότητες μεταξύ ασύμβατων σημείων εκκίνησης και ασύμβατων στόχων.

Αυτά τα δύο είδη επιμονής λειτουργούν, ισχυρίστηκα, για να καταστείλουν στην πρώτη μεν περίπτωση την φιλοσοφική ουσία του διαλόγου, στην δεύτερη δε περίπτωση την πολιτική του ουσία.

Στο τρίτο και στο τέταρτο μέρος, επικεντρώθηκα στα στοιχεία αυτά του φιλοσοφικού διαλόγου, και δη του διαλόγου μεταξύ φιλοσόφων, που η αστική κατασκευή του διαλόγου καταστέλλει ή αποκρύπτει: τη σημασία της υπεκφυγής, της καχυποψίας, της έλλειψης δοτικότητας απέναντι στον άλλο, του άγχους και της ανασφάλειας απέναντι στην δύναμη της αλήθειας, του έμμεσου χαρακτήρα του διαλέγεσθαι, της διαλεκτικής εχθρότητας και φιλίας των διαλεγομένων, του αμφίσημου παιγνίου μεταξύ τους. Στα δύο αυτά μέρη επικεντρώθηκα τόσο στο τι λέει ο Αλαίν Μπαντιού για τον διάλογο μεταξύ Πασκάλ και Ντεκάρτ, όσο και στο πως υλοποιεί ο ίδιος αυτές ακριβώς τις διαστάσεις στις αναφορές του στον ανολοκλήρωτό του διάλογο με τον Ντελέζ και στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει τους όρους της σχέσης του με τον Ζίζεκ.

Φτάνοντας λοιπόν σήμερα στο δεύτερο κατεσταλμένο του αστικού, συμβασιακού τύπου διαλόγου --τον διάλογο ως τόπο άρθρωσης μιας πολιτικής αλήθειας-- θα ήθελα και πάλι να μιλήσω κατά το δυνατόν συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση ενός απτού παραδείγματος. Το παράδειγμά μου προέρχεται από την ταινία Ανθρώπινοι πόροι του Λωράν Καντέ που αναρτήθηκε εδώ. Μια σύνοψη της υπόθεσης της ταινίας είναι απαραίτητη, κυρίως για αυτούς που δεν την έχουν δει:

Ο Ζαν-Κλωντ και ο Φρανκ είναι πατέρας και γιος μιας εργατικής οικογένειας στην γαλλική επαρχία. Ο Φρανκ έχει σταλεί, με οικονομικές θυσίες των γονιών του, να σπουδάσει μάνατζμεντ στο Παρίσι και επιστρέφει στην επαρχία για να εργαστεί ως μέλος του διοικητικού προσωπικού, κάνοντας έτσι την πανεπιστημιακή του πρακτική. Ο Ζαν-Κλωντ, που είναι πολύ περήφανος για την κοινωνική άνοδο που υπόσχεται η μόρφωση του Φρανκ, ελπίζει ότι το εργοστάσιο που εργοδοτεί τον ίδιο θα προσφέρει στο γιο του μια ευκαιρία επαγγελματικής αποκατάστασης. Όμως ο γιος μπλέκεται, χωρίς να το συνειδητοποιεί, το σχέδιο της εργοδοσίας για απολύσεις στο εργοστάσιο, το οποίο και εξυπηρετεί διενεργώντας μια δημοσκόπηση ανάμεσα στους εργάτες για την πρόταση εργασιακής εβδομάδας των 35 ωρών. Η κατάληξη του υποτιθέμενου ενδιαφέροντος της εργοδοσίας για "διάλογο" με τους εργαζόμενους, όπως συνειδητοποιεί ο Φρανκ όταν ανακαλύπτει ένα εμπιστευτικό έγγραφο της εταιρείας, είναι η απόλυση ενός αριθμού εργατών, μαζί και του πατέρα του. Αντιμέτωπος με την σύγκρουση ανάμεσα στην φιλοδοξία ανόδου στην αστική τάξη και την αγάπη για την οικογένειά του (η αδερφή του εργάζεται στο ίδιο εργοστάσιο), ο Φρανκ αλλάζει στρατόπεδο, δίνει πληροφορίες στο συνδικάτο, και ενθαρρύνει την πρωτοβουλία απεργίας. Ο πατέρας του όμως, ο οποίος έχει στο μεταξύ πληροφορηθεί ότι θα απολυθεί, αρνείται πεισματικά να συμμετάσχει στην απεργία, και οι σχέσεις των δύο οδηγούνται στην σύγκρουση.

Στην σκηνή στην οποία θα ήθελα να επικεντρωθώ (2:42 και μετά), η οποία είναι και η δραματική αποκορύφωση της ταινίας, ο γιος μπαίνει μαζί με συνδικαλιστές στο εργοστάσιο για να πείσουν όσους εργάζονται να σταματήσουν και να ενωθούν με τους απεργούς. Ο διάλογος είναι χαωτικός, καθώς και οι δύο πλευρές των εργατών εμπλέκονται σε παράλληλες και έντονες στιχομυθίες σε διάφορα σημεία του εργοστασίου, εν μέσω συνθημάτων, σφυριγμάτων, χειρονομιών. Κάποια στιγμή (4:16), η ομάδα των "αγκιτατόρων" φτάνει στη μηχανή όπου δουλεύει ο Ζαν-Κλωντ. Ο Φρανκ, μαζί με την αδερφή του, την κομμουνίστρια ηγέτη του συνδικάτου και άλλους συνδικαλιστές, προσπαθούν να πείσουν τον Ζαν-Κλωντ να αφήσει τη μηχανή και να ενωθεί με τους απεργούς, που μάχονται, μεταξύ άλλων, για να σταματήσουν την δική του απόλυση. Ο Ζαν-Κλωντ όμως παραμένει σιωπηλός και συνεχίζει να εργάζεται. Εκνευρισμένος, ο Φρανκ πετά κάτω τα εξαρτήματα με τα οποία δουλεύει ο πατέρας του, με τον δεύτερο να σκύβει δουλικά και σιωπηλά για να τα μαζέψει εκ νέου. Η πράξη αυτή αποδοχής της ταπείνωσης εξοργίζει τον Φρανκ, ο οποίος επιτίθεται στον πατέρα του με τα εξής λόγια: "Πάντα θα είσαι αξιοθρήνητος. Ντρέπομαι για σένα, το ξέρεις; Είναι η ντροπή που πάντα είχα από παιδί. Η ντροπή του να είσαι γιός εργάτη. Η ντροπή του να είσαι φοιτητής και γιος εργάτη." Η συνδικαλίστρια παρεμβαίνει λέγοντας ότι δεν είναι ντροπή αυτό, μα ο Φρανκ απαντά: "πες το σ' αυτόν. Αυτός με έκανε έτσι. Ντρέπεται για την κοινωνική του τάξη." Ο Φρανκ ξανα-απευθύνεται, στο τέλος, στον πατέρα του, με τα εξής λόγια: "Τα κατάφερες. Ο γιος σου είναι με τους καπιταλιστές. Δεν θα γίνω ποτέ εργάτης. Θα έχω ενδιαφέρουσα δουλειά. Θα βγάζω λεφτά. Θα έχω ευθύνες και εξουσία. Την εξουσία να μιλάω όπως σου μιλάω τώρα. Την εξουσία να απολύω όπως κάνουν τώρα. Η ντροπή σου βρίσκεται βαθιά μέσα μου. Θα την κουβαλάω σ' όλη μου τη ζωή."

Η πρώτη απορία που θα είχε ο οποιοσδήποτε είναι, φαντάζομαι, γιατί επέλεξα ως μοντέλο του πολιτικού διαλόγου μια σκηνή που τυπικά είναι χωρίς διάλογο, αφού ο Ζαν-Κλωντ παραμένει σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της φραστικής επίθεσης του γιου του (απαντά ολιγόλογα μόνο στην συνδικαλίστρια).  Η απάντηση στην ερώτηση αυτή έχει δύο σκέλη:

Πρώτον, ο διάλογος αυτός είναι πολιτικός ακριβώς επειδή αποδομεί το δυαδικό μοντέλο διαλόγου το οποίο πριμοδοτεί η αστική, συμβασιακή αντίληψη για αυτόν (της οποίας το ψεύδος δραματοποιείται ρητά από την πλοκή της ταινίας, όπου δικαιώνεται η άρνηση της κομμουνίστριας συνδικαλίστριας για "διάλογο" με την εργοδοσία).

Αντί αυτού του ψευδούς και κυριαρχικού μοντέλου του διαλόγου ως επέκτασης των συμβασιακών σχέσεων στη σφαίρα του λόγου, έχουμε από τη μία πλευρά πολλαπλούς διαλόγους, που γίνονται ταυτόχρονα μεταξύ ομάδων εργατών, και από την άλλη, σε ό,τι αφορά τον "οικογενειακό" διάλογο, την παρέμβαση στο δυαδικό σχήμα της συνδικαλίστριας, η οποία έχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θέση ανάμεσα σε πατέρα και γιο (θα επιστρέψουμε σ' αυτό το θέμα αργότερα).

Δεύτερον, αν και ο πατέρας δεν απαντά τίποτα στον γιο, αυτό δεν σημαίνει ότι η σιωπή του δεν είναι κομμάτι του διαλόγου. Για δύο λόγους: αφενός, επειδή η έκφραση των ματιών και του προσώπου του --έκφραση σοκ, ταπείνωσης και ψυχικής συντριβής-- είναι η ίδια ένας άρρητος λόγος, το ίδιο δραματικά έντονος όπως και ο ρητός του γιου. Αφετέρου, επειδή ο πατέρας πράττει κάτι σε απάντηση στο γιο του: σβήνει τη μηχανή και βγάζει στα γάντια. Αργότερα, στην τελική σκηνή του έργου, θα τον δούμε έξω από το εργοστάσιο, μαζί με τους άλλους εργάτες. 

Πώς δομείται αυτός ο πολιτικός διάλογος; Νομίζω πως είναι ξεκάθαρο ότι δομείται με τους όρους μιας διπλής προδοσίας, ή μάλλον μιας διαλεκτικής της προδοσίας μέσα από την οποία προκύπτει η πολιτική πιστότητα. 

Εξηγούμαι: Από την μία πλευρά, ο Ζαν-Κλωντ, ο εργάτης και πατέρας, έχει προδώσει εσωτερικά την τάξη του, στην οποία ντρέπεται που ανήκει, έχοντας αναθρέψει τον γιο του ως ουσιαστικά εχθρό αυτής της τάξης, κι έχοντας εκτοπίσει τη δική του ντροπή στον απόγονό του, ως μηχανισμό ταξικής εχθρότητας απέναντι στους εργάτες. Από την άλλη πλευρά, ο Φρανκ, ο εκπαιδευόμενος μάνατζερ και γιος, έχει προδώσει την τάξη του πατέρα του όχι μόνο έμμεσα (μέσω της φιλοδοξίας ταξικής ανέλιξης) αλλά και άμεσα (μιας και συνεργάστηκε με το μάνατζμεντ της εταιρείας που απέλυσε εργάτες). Μπορεί να άρει αυτή την προδοσία μόνο με μια προδοσία ενάντια στους εργοδότες του απ' τη μία και στον ίδιο του τον πατέρα απ' την άλλη. Πρέπει, με άλλα λόγια, να στραφεί ενάντια όχι μόνο στο "έξω" των εργοδοτών αλλά και στο "μέσα" της σχέσης του με τον πατέρα του. Και πρέπει να το κάνει για να διεκδικήσει μια πιστότητα απέναντι στην τάξη απ' την οποία ο πατέρας έχει αλλοτριωθεί ώστε να τον λυτρώσει από την δική του εσωτερική αλλοτρίωση απ' τον ίδιο του τον εαυτό -- αλλοτρίωση τόσο δραματική ώστε ο γέρος να συνεχίσει να εργάζεται αφού έχει, ουσιαστικά, απολυθεί.

Η πιστότητα ανακύπτει μέσα από μια προδοσία της προδοσίας, μια άρνηση της άρνησης. Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, η προδοσία είναι πρωτίστως εσωτερική υπόθεση: αφορά την δομή του ίδιου του υποκειμένου, την εσωτερική του διάσπαση και διαίρεση. Ο πατέρας έχει προδώσει τον ίδιο του τον εαυτό, ο γιός πρέπει να προδώσει τον πατέρα και άρα το κομμάτι του εαυτού του μέσα στο οποίο κατοικεί ο πατέρας: το υπερεγώ που προστάζει την ντροπή και την υποτέλεια.

Την ίδια στιγμή, η διαλεκτική αυτή, ταυτόχρονα ψυχική και πολιτική, χτίζεται στην βάση μιας αντιπαραθετικής, χιαστί κατανομής ταξικής θέσης και ταξικής συνείδησης: ο Ζαν-Κλωντ είναι εργάτης αλλά σκέφτεται αλλοτριωμένα, από την θέση του αφεντικού· ο Φρανκ είναι εκπαιδευόμενο αφεντικό, αλλά η αγάπη του για τον πατέρα του τον αναγκάζει να σκεφτεί και να δράσει από τη θέση του εργάτη, να υπερασπιστεί το ταξικό συμφέρον του πατέρα του κόντρα στις ιδέες και τις πρακτικές του.

Αντί να παραπέμπει στην συμβασιακή σχέση, ο πολιτικός διάλογος λοιπόν δραματοποιεί ακριβώς μια διαλεκτική χωρίς προκαθορισμένο τέλος, μια διαλεκτική που οδηγεί στην συγκρουσιακή πράξη (στην απεργία και ταυτόχρονα στην σύγκρουση με τον πατέρα και την πατρική μορφή): αυτό είναι το πρώτο του συστατικό χαρακτηριστικό. Η διαλεκτική αυτή είναι βασισμένη στην εσωτερική και αμοιβαία διαίρεση: αυτό είναι το δεύτερο. Η διαίρεση και η σύγκρουση εγγράφονται πάντα μέσα στο κάθε ένα από τα μέρη του διαλόγου και όχι απλά ανάμεσά τους. Η διαλεκτική αυτή, τέλος, υπαγορεύει την ύπαρξη μιας φιγούρας της διαμεσολάβησης: αυτό είναι το τρίτο συστατικό του πολιτικού διαλόγου.

Η φιγούρα αυτή της διαμεσολάβησης ενσαρκώνεται στην παρέμβαση της συνδικαλίστριας ανάμεσα σε πατέρα και γιο, αφού η παρέμβαση αυτή στρέφεται ενάντια στην αιτία της αυτο-αλλοτρίωσης και των δύο που υποδαυλίζει και την σύγκρουση μεταξύ τους: δηλαδή, ενάντια στη ντροπή, την ενοχή για την κοινωνική τους θέση και τον κοινωνικό τους ρόλο. Η συνδικαλίστρια παρεμβαίνει χωρίς να δικαιώνει ούτε τον ένα ούτε τον άλλο: γιατί αν και ο ιδεολογικός στόχος της υπηρετείται από τον λόγο του γιου, ο λόγος αυτός εκφέρεται απ' το λάθος στόμα. Ο πραγματικός της πολιτικός σύντροφος είναι ο πατέρας, και είναι το δικό του ταξικό συμφέρον που την απασχολεί· ο Φρανκ είναι, στο κάτω-κάτω, όπως φαίνεται κι απ' το τέλος της ταινίας, περαστικός. Θα επιστρέψει στο Παρίσι και τις σπουδές του και δεν θα ζήσει τις συνέπειες της απεργίας. Χωρίς όμως αυτόν τον "εξωτερικό" ή "παρείσακτο", η ταξική οργάνωση και ενότητα μέσα στο εργοστάσιο, ανάμεσα στους εργάτες, δεν θα ήταν εφικτή. Η ταξική οργάνωση είναι η ίδια ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε πατέρα και γιο, αυτό που πρέπει να μεσολαβήσει ανάμεσά τους, επιστρατεύοντας τον ένα για να υπερασπιστεί τον άλλο, συγκρατώντας την ανεξέλεγκτα σαδομαζοχιστική διάθεση του γιου που πληγώνει τον πατέρα του και μαζί τον εαυτό του, συγκρατώντας τον σαδομαζοχισμό του πατέρα που τιμωρεί τον εαυτό του μέσω του γιου του, μεταθέτοντάς του ταυτόχρονα το δικό του ηθικό βάρος και τις δικές του ενοχές: "δεν υπάρχει κανείς λόγος να ντρέπεται κανείς επειδή είναι εργάτης."

Ο πατέρας, όπως ήδη είπαμε, ενώνεται με την απεργία, αλλά χωρίς ποτέ του να παράξει ένα λόγο για αυτή την μεταστροφή (έχουμε ήδη ορίσει τον όρο ως την καταφατική εκδοχή της προδοσίας). Η μεταστροφή έχει την καταγωγή της στον Λόγο αλλά δεν μεταφράζεται σε λόγο. Οι λόγοι της μεταστροφής, το τι έχει συμβεί στον νου και στον ψυχισμό του Ζαν-Κλωντ, το πώς αισθάνεται πλέον για τον γιο του, το αν είναι τραυματισμένος ή λυτρωμένος ή και τα δυο ταυτόχρονα, είναι πράγματα που μένουν για πάντα άρρητα. Όχι όμως γιατί είναι κάποιου είδους εμπειρίες της τάξης του μυστικιστικού ή θρησκευτικού, αλλά επειδή, από τη ταξική σκοπιά, συμπυκνώνονται χωρίς υπόλειμμα στην πολιτική πράξη, αφήνουν μόνο την πολιτική πράξη να μιλήσει για αυτές, και εναντιώνονται σε κάθε εκ νέου αναγωγή τους στην "ψυχολογία", δηλαδή στην διάλυσή τους σε άκαρπες συνισταμένες της περιπέτειας του ατομικού εγώ.

Η ταινία κλείνει με έναν δεύτερο διάλογο, εξίσου ασύμμετρο, μεταξύ του Φρανκ και του νεαρού εργάτη που τού πρόσφερε φιλία και υποστήριξη, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη του σχεδίου απολύσεων της εταιρείας. Ο εργάτης παρηγορεί τον Φρανκ ότι κάνει καλά που εγκαταλείπει την πικρή εμπειρία του εργοστασίου για να γυρίσει στις σπουδές του στο Παρίσι: "Καλά κάνεις. Σού αξίζει κάτι καλύτερο. Το μέρος αυτό μπορεί να σε σκοτώσει. Δεν είναι η θέση σου σ' αυτή την τρύπα." Μετά από μια μικρή παύση, ο Φρανκ απαντά με δύο ερωτήσεις: "Κι εσύ, ποτέ θα φύγεις; Και πού είναι η δική σου θέση;" Για μια δεύτερη φορά, ο διάλογος σταματά χωρίς ολοκλήρωση, μιας και αυτή είναι η τελευταία φράση της ταινίας: γιατί η απάντηση για το ποια είναι η θέση του εργάτη και το πότε θα μπορέσει ο ίδιος να ξεφύγει απ' την κόλαση δεν μπορεί βέβαια να αναχθεί σε λόγια. Αυτό που λείπει, κι αυτό που δεν μπορεί να υποκατασταθεί απ' τον λόγο (και τον διάλογο) είναι η πράξη εκείνη που θα καταργούσε τον διαχωρισμό ανάμεσα στους δύο, την ούτως καλούμενη "κατανομή εργασίας" ανάμεσα σε "μυαλά" και "χέρια", διανοούμενους-διαχειριστές και εργάτες-εκτελεστές. Και που συνεπώς, θα έδινε θέση στον υπεράριθμο, σ' αυτόν που δεν έχει θέση, που αφαιρείται από το μέτρημα του κοινωνικού: τον προλετάριο.

Αλλά αυτή η πράξη δεν μπορεί να είναι απλά μια τοπική απεργία, ανεξάρτητα από την έκβασή της· είναι η ίδια η ανατροπή του συνολικού συστήματος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Πρόκειται για ένα καθήκον το οποίο η ταινία δεν μπορεί βέβαια να συμπεριλάβει στον δραματουργικό της ορίζοντα χωρίς να το ευτελίσει σε φτηνή κινηματογραφική φαντασίωση. Όμως αξίζει να προσθέσουμε ότι και σε αυτή την περίπτωση, ο διάλογος δεν αφορά απλώς δύο, ότι εξακολουθεί να δομείται γύρω απ' την φιγούρα ενός μεσολαβητή. Ο μεσολαβητής αυτός βέβαια δεν υπάρχει στο κάδρο, αλλά ανήκει στην πραγματικότητα που υπάρχει έξω από αυτό: πρόκειται για τον ίδιο τον θεατή ως αποδέκτη των αναπάντητων ερωτήσεων του Φρανκ. Οι ερωτήσεις αυτές υπέχουν τον ρόλο του ημιτελούς διαλόγου ως ενός λόγου που στοιχειώνει, γιατί είναι εξ ορισμού καταδικασμένος να πλανάται χωρίς απάντηση και χωρίς ικανοποίηση έως ότου αλλάξει η ίδια η δομή της κοινωνικής πραγματικότητας. Σ' αυτόν τον θέσει ανολοκλήρωτο διάλογο εναποθέτει ο Καντέ την ελπίδα για αυτό που δεν εξαντλείται στις λέξεις και στην ανταλλαγή "απόψεων", και που αφορά, στην πραγματικότητα, την αλλαγή των ίδιων των σχέσεων παραγωγής ανάμεσα στους ανθρώπους. 

3 σχόλια:

  1. Τα αποτελέσματα του τελευταίου δημοψηφίσματος, στο οποίο ήταν εφικτή η επιλογή πολλών απαντήσεων ταυτόχρονα:

    Ο ΔΡΌΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΉ ΕΝΌΤΗΤΑ ΠΕΡΝΆΕΙ ΑΠΌ...

    την συντριβή του οπορτουνισμού
    59 (25%)

    την συμφωνία σε μια μίνιμουμ πλατφόρμα
    52 (22%)

    τη γιγάντωση ενός ακηδεμόνευτου, επαναστατικού χαρακτήρα εργατικο-συνδικαλιστικού κινήματος
    76 (32%)

    τη διάλυση των υφιστάμενων αριστερών κομμάτων
    15 (6%)

    δεν υφίσταται τέτοιος δρόμος
    31 (13%)

    δεν έχει πλέον κανένα νόημα
    12 (5%)

    είναι παραπλανητικός ως ζητούμενο σήμερα
    43 (18%)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κάτι σχετικό με την ανάρτηση από Αρανίτση:

    Ο βαθμός μηδέν της ρητορικής (3 μέρη)
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=325433
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=327055
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=328525

    ΑπάντησηΔιαγραφή