Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (VΙΙΙ)

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εισάξουμε την υπόθεση που θα βάλει σε τάξη τις ενδείξεις που ακολουθούν. Αναμφίβολα, οι σημειώσεις που κράτησε ο Λένιν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής του τής Λογικής ήταν το ημερολόγιό του για μια εμπειρία που ήταν ταυτόχρονα ανακάλυψης του Χέγκελ και αντίστασης σ' αυτόν. Δεν υπάρχει τίποτε το παράλογο, με αυτή την έννοια, στο να δούμε την παρουσία της κατηγορίας της "αντανάκλασης" --που τίθεται στην αρχή ως θεμέλιο της "υλιστικής ανάγνωσης" που πρότεινε να κάνει ο Λένιν-- ως στοιχείο του "πρωταρχικού υλισμού", ως ένα υπόλειμμα της πλεχανοφικής ορθοδοξίας που ο Λένιν λύγισε τον εαυτό του τόσο ώστε να ξεπεράσει, με λίγα λόγια, ως την ίδια την ένδειξη των ορίων της ανάγνωσης του Χέγκελ απ' τον Λένιν, ή αλλιώς, της ρήξης του με την ορθοδοξία της Δεύτερης Διεθνούς.

Οι όροι του ζητήματος έχουν διατυπωθεί ξεκάθαρα απ' τον Σλαβόι Ζίζεκ:
Το πρόβλημα με την "θεωρία της αντανάκλασης" του Λένιν βρίσκεται στον έμμεσο ιδεαλισμό της: η εμμονική της επιμονή στην ανεξάρτητη ύπαρξη της υλικής πραγματικότητας έξω απ' την συνείδηση μπορεί να διαβαστεί ως συμπτωματική εκτόπιση, που προορίζεται να αποκρύψει το γεγονός ότι η ίδια η συνείδηση τίθεται έμμεσα ως εξωτερική ως προς την πραγματικότητα που "αντανακλά." [...] Μόνο μια συνείδηση που παρατηρεί την πραγματικότητα από έξω θα μπορούσε να δει την πραγματικότητα "με τον τρόπο που στ' αλήθεια είναι" [...] όπως ένας καθρέφτης μπορεί να αντανακλάσει ένα αντικείμενο τέλεια μόνο εφόσον στέκεται έξω από αυτό. [...] Το ζήτημα δεν είναι ότι υπάρχει εκεί έξω μια ανεξάρτητη πραγματικότητα που βρίσκεται εκτός μου· το ζήτημα είναι ότι εγώ ο ίδιος είμαι "εκεί έξω", ως μέρος αυτής της πραγματικότητας.
Για να το θέσουμε με τους όρους της Λογικής του Χέγκελ, αυτό που ο Λένιν δεν μπορούσε να δει, σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, είναι ότι αυτή η αρχική εξωτερικότητα του είναι και της συνείδησης υπερβαίνεται και άρα καταργείται από την υποκειμενική δραστηριότητα που η ίδια η έννοια δηλώνει. Και η "αντανάκλαση" ή μάλλον η Reflexion (ο γερμανικός όρος έχει μάλλον την έννοια τής μέριμνας για το δεδομένο) μπορεί κατόπιν να εννοηθεί όχι ως αντίγραφο της εξωτερικής πραγματικότητας αλλά ως η στιγμή της διαμεσολάβησης, ως η στιγμή του αρνητικού: της κίνησης που, στην πολλαπλότητα των στιγμών της, αναδεικνύει την αμοιβαία προϋπόθεση της εξωτερικότητας και της εσωτερικότητας, και την εμμένεια της πρώτης μέσα στην δεύτερη, που τίθεται πιο αυθεντικά ως εσωτερική, ως μια θεμελιώδης εσωτερική διαμεσολάβηση:  όχι κάτι άλλο απ' το είναι, αλλά το ίδιο το είναι που αποκαλύπτεται, στην απώτατη βάση του, στην ανακλαστική κίνηση του ίδιου του βάθους του.

Ξέρουμε όμως ότι αυτό που απασχολούσε τον Λένιν πάνω απ' όλα στην Επιστήμη της Λογικής ήταν ακριβώς η οικονομία της "υποκειμενικής λογικής" (το "δόγμα της έννοιας"), ως τρόπος του να συλληφθεί το έλλογο της πρακτικής, της εργασίας και της δραστηριότητας της γνώσης ως τροπικοτήτων του μετασχηματισμού του αληθινού. Το καθοριστικό σημείο στο οποίο θα πρέπει να επιμείνουμε είναι ότι ήταν με την ίδια την πράξη της αντίστασης στον Χέγκελ που ο Λένιν μετασχημάτισε τις δικές του κατηγορίες, και έτσι μεταμόρφωσε και τον εαυτό του. Έτσι ακριβώς πρέπει να συλληφθεί η πραγματική λειτουργία αυτού του εκπληκτικού "κολλάζ" των σημειώσεων για τον Χέγκελ: ως ένα πείραμα της σκέψης το οποίο εισάγει τον "χονδροειδή υλισμό" με τον τρόπο μιας σκανδαλώδους συντακτικής παράταξης, μέσα στην ίδια την καρδιά της "Summa Theologica" του ιδεαλισμού, μάλλον με τον τρόπο που ο Αντόρνο, κυρίως στα αισθητικά του γραπτά, επιβεβαίωσε --με πολύ άμεσες αναφορές στην κοινωνική τάξη και με "ορθόδοξες" υπενθυμήσεις της πρωταρχικότητας του αντικειμένου-- την πανταχού παρουσία της κοινωνικής ολότητας (που είναι κατασταλτική και ακόμα και εφιαλτική), στην ίδια την υφή των στοιχείων που προσπαθούν να την θραύσουν. Αν ισχύει αυτό, τότε η επιμονή των στοιχείων του "χονδροειδούς υλισμού" στις σημειώσεις για τον Χέγκελ θα πρέπει η ίδια να εννοηθεί ως ίχνος της χωρίς προηγούμενο βίας που φέρνει η έκρηξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο μέσο του πιο "αφηρημένου" μηχανισμού του σύγχρονου φιλοσοφικού εγχειρήματος, της καθαρής επιστήμης της σκέψης, ή της επιστήμης της καθαρής σκέψης, που προσπάθησε να επιτύχει με την Λογική του ο Χέγκελ.

Η έννοια της "αντανάκλασης", λοιπόν, πρέπει να το τονίσουμε εξ' αρχής, δεν εγκατελείφθηκε, αλλά, όπως θα δούμε, διαλεκτικοποιήθηκε σε έναν μηχανισμό διπλής δράσης: για να αφήσει το πραγματικό περιεχόμενο της λογικής του Χέγκελ να αναδυθεί ώστε να αναδομηθεί η σχέση Χέγκελ-Μαρξ, που είχε κατασταλεί σε τεράστιο βαθμό απ' την ορθοδοξία, και για να αποκατασταθεί την ίδια στιγμή το πραγματικά επαναστατικό ένστικτο του ίδιου του Μαρξισμού, η διαλεκτική του καρδιά. Στην διαδικασία αυτή, η "αντανάκλαση" γίνεται κάτι πολύ διαφορετικό από την αρχική θέση (στις πρώτες σελίδες των σημειώσεων του Λένιν για την Λογική) περί της εξωτερικότητας της ύλης προς την συνείδηση, ή την μη αναγωγιμότητα της φύσης στο πνεύμα. Για να προτρέξω λίγο εδώ, το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε ο Λένιν είναι ότι η πραγματική "υλιστική αναστροφή" του Χέγκελ δεν έγκειτο, όπως νόμιζε ο ύστερος Ένγκελς, και όπως ο Πλεχάνοφ και οι άλλοι θυροφύλακες της Δεύτερης Διεθνούς επαναλάμβαναν μέχρι αηδίας, στην επιβεβαίωση της πρωταρχικότητας του είναι σε σχέση με τη σκέψη, αλλά μάλλον στην κατανόηση της υποκειμενικής ταυτότητας που εμφανίζεται στην "λογική της έννοιας" ως "αντανάκλαση", ιδεαλιστική και άρα αντεστραμμένη, της επαναστατικής πρακτικής, η οποία μετασχηματίζει την πραγματικότητα αποκαλύπτοντάς την ως αποτέλεσμα της παρέμβασης του υποκειμένου. Και εδώ είναι που ο Χέγκελ ήταν απέραντα πιο κοντά στον υλισμό από ότι οι ορθόδοξοι "υλιστές" (ή οι προ-μαρξιστικές, προηγούμενες εκδοχές του "υλισμού"), εφόσον ήταν κοντύτερα στον νέο υλισμό, τον υλισμό του Μαρξ, ο οποίος δεν δεχόταν την πρωταρχικότητα της "ύλης", αλλά αυτή της δραστηριότητας του υλικού μετασχηματισμού ως επαναστατικής πρακτικής. Η υπόσχεση μιας "υλιστικής ανάγνωσης του Χέγκελ" κρατήθηκε λοιπόν, αλλά με τρόπο πολύ διαφορετικό από αυτόν που αρχικά οραματίστηκε ο συγγραφέας. 

5 σχόλια:

  1. Συγγνώμη για το μακροσκελές του σχολίου μου αλλά εκφράζει μια κομβική προσωπική απορία.

    ''...τον υλισμό του Μαρξ, ο οποίος δεν δεχόταν την πρωταρχικότητα της "ύλης", αλλά αυτή της δραστηριότητας του υλικού μετασχηματισμού ως επαναστατικής πρακτικής.''

    O υλικός μετασχηματισμός (ένα κάποιο είδος παραγωγικής/μετασχηματιστικής πρακτικής), δεν προυποθέτει ένα ''τελολογικό πρόταγμα'' του δρώντος? Εν τέλει πως απαντάει το συγκεκριμένο απόσπασμα όσον αφορά τη σχέση κοινωνικού υλικού είναι και κοινωνικής συνείδησης, αφού πρώτα την διαλεκτικοποιεί και δεν υποστηρίζει μια πρωταρχικότητα της ''ύλης'' αλλά του υλικού μετασχηματισμού? Αυτός ο υλικός μετασχηματισμός ως (επαναστατική) πρακτική, δεν βρίσκεται σε ενότητα με κάποια προτρέχουσα σύλληψη του αποτελέσματος/σκοποθεσία ?(και όχι σε σχέση αιτίου-αποτελέσματος ούτε σε σχέση αντεπίδρασης του αποτελέσματος στην πρωταρχική αιτία).

    Με άλλα λόγια, η πρωταρχικότητα του υλικού μετασχηματισμού σημαίνει όντως μία πρωταρχικότητα, από την οποία ''πηγάζει'' η συνείδηση (και άρα ο υλικός σχηματισμός, σε πρώτο χρόνο, είναι δίχως συνείδηση-ασύνειδος), ή τελικά το ποιοτικό άλμα στον (κοινωνικό) άνθρωπο σημαίνει μια αρχική ταυτότητα συνείδησης και υλικού/παραγωγικού μετασχηματισμού, με κάποιον κυρίαρχο πόλο, αλλά χωρίς κάτι ''πρότερο''?

    Νομίζω πως το απόσπασμα αυτό καταπιάνεται με φλέγοντα ζητήματα της υλιστικής διαλεκτικής, της έννοιας της ''διαμεσολάβησης'' κ.ο.κ. Εμένα η άποψη αυτή περί υλικού μετασχηματισμού με παραπέμπει, ίσως λανθασμένα, σε μία άποψη που θέλει τη διαμεσολάβηση και τη σχέση, που εδώ είναι μια σχέση υλικού μετασχηματισμού, να είναι πρωταρχική της οριοθέτησης του εσωτερικού και του εξωτερικού, του υποκειμένου και του αντικειμένου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αρχικά να πούμε ότι τα πράγματα από φιλοσοφική σκοπιά είναι πιο περίπλοκα από ότι φαίνονται. Αρκεί να αντιπαραθέσει κανείς το απόσπασμα Ζίζεκ περί μη ύπαρξης αυτόνομης πραγματικότητας "εκεί έξω" με την ισοπεδωτική κριτική στην αντίληψη ότι δεν υπάρχει τέτοια πραγματικότητα ανεξάρτητα από την αντίληψη στο πρόσφατο φιλοσοφικό έργο των Ray Brassier (μεταφραστής Μπαντιού και φιλόσοφος, συγγραφέας του Nihil Unbounded, μεταφράσεις αποσπασμάτων στο RD, και Quentin Meillasoux (φοιτητής Μπαντιού και φιλόσοφος, After Finitude).Το ρεύμα που θα αμφισβητούσε δραστικά τη θέση Ζίζεκ ονομάζεται speculative realism, θεωρησιακός ρεαλισμός.

    Κατά δεύτερο, η αντίληψή μου είναι ότι είναι σημαντικό να διαχωριστεί το τι θα σήμαινε "τελεολογικό πρόταγμα" στον Χέγκελ από το τι σημαίνει η ίδια φράση στον Μαρξ και τον Λένιν. Στον Χέγκελ, το τέλος είναι ακριβώς 'absolute knowledge', η αυτοπραγμάτωση του πνεύματος ως ενσύνειδου, η ταυτότητα ανάμεσα στην ταυτότητα και τη διαφορά. Το τέλος αυτό είναι γνωσιακού καθαρά χαρακτήρα. Η υλιστική ανάγνωση του Χέγκελ δεν συνίσταται στην απόρριψη της θεμελιακής για τον επαναστατικό υλισμό ανακάλυψης της πρωταρχικότητας του μετασχηματισμού αλλά στη μεταβίβαση της αρχής αυτής από την "απόλυτη γνώση" στην επανάσταση. Το τι μετρά ως 'τελεολογικό πρόταγμα' αλλάζει νόημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η επαναστατική πρακτική/υλικός μετασχηματισμός μάλλον βρίσκεται σε ενότητα με την επαναστατικοποίηση της συνείδησης/''συνειδησιακό'' μετασχηματισμό, ακόμη και αν πούμε ότι ο ''υλικός'' πόλος είναι ο κυρίαρχος. Η πρωταρχικότητα του (υλικού) μετασχηματισμού σημαίνει ότι η επαναστατικοποίηση/μετασχηματισμός της συνείδησης γεννάται ως απλό, σε δεύτερο χρόνο αποτέλεσμα του υλικού μετασχηματισμού? Η επαναστατική πρακτική ''γεννά'' την επαναστατική συνείδηση ή αναπτύσσεται σε ενότητα και διαφορά με αυτήν? Δλδ, ποιά είναι η σχέση επαναστατικής πρακτικής και επαναστατικοποίησης της συνείδησης, υλικού είναι και συνείδησης?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η πρωταρχικότητα του (υλικού) μετασχηματισμού σημαίνει ότι η επαναστατικοποίηση/μετασχηματισμός της συνείδησης γεννάται ως απλό, σε δεύτερο χρόνο αποτέλεσμα του υλικού μετασχηματισμού?

    Δεν αντιλαμβάνομαι τη θέση περί πρωταρχικότητας του υλικού μετασχηματισμού ως θέση που διαχωρίζει ύλη και συνείδηση ώστε να τίθεται ζήτημα "δεύτερου χρόνου."

    Είναι μια θέση που ξεκάθαρα αντιπαραθέτει "ύλη" και "υλικό μετασχηματισμό", με την πρώτη να λογίζεται ως εξωγενής της συνείδησης και τον δεύτερο ως αξεδιάλυτο από την συνείδηση, ως διαδικασία που διαμορφώνει τη συνείδηση και διαμορφώνεται απ' τη συνείδηση.

    Μιας και ανέφερα πριν τον Meillasoux: http://parrhesiajournal.org/parrhesia12/parrhesia12_meillassoux.pdf

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ωραία. Τα περί δεύτερου χρόνο τα έθεσα για να δω αν πράγματι αποκλείεται αυτό. Στο μυαλό μου όσα είπες τα κωδικοποιώ (και δεν ξέρω αν αυτό είναι νόμιμο) ως ταυτότητα με διαφορά/αντίθεση συνείδησης και υλικού μετασχηματισμού, και οι δύο πόλοι της αντίθεσης αφενός είναι αξεδιάλυτοι, αφετέρου αλληλοπρουποτίθενται και αλληλοαναιρούνται, με κυρίαρχο πόλο ενδεχομένως τον υλικό μετασχηματισμό. Προσπάθησα να εξακριβώσω με τις ερωτήσεις αν περιγράφεις αυτό.

    Και όπως είπα και προηγουμένως, η θέση αυτή συνεπάγεται την επανεξέταση κοινωνικού υλικού είναι και κοινωνικής συνείδησης, ή αλλιώς ''βάσεως''-''εποικοδομήματος''. Νομίζω πως είναι ένα αναγκαίο λογικά επόμενο βήμα.

    Ευχαριστώ για τη βοήθεια σε κάτι που ανήκει στα μεγάλα ενδιαφέροντά μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή