Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Γιώργος Σταμάτης-Απόδειξη της λογικής συνοχής του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους

1. Εισαγωγή
Ο νόμος της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους χρησιμοποιήθηκε, περισσότερο 'ίσως από οποιοδήποτε άλλο τμήμα της μαρξικής θεωρίας για να στηριχθούν αυθαίρετες απόψεις. Από τη μια ο εκχυδαϊσμένος μαρξισμός επικα­λείται το μαρξικό νόμο για να υποστηρίξει ότι ο καπιταλισμός έχει αποκτήσει μια νέα «κρατικόμονοπωλιακή» ποιότητα. Από την άλλη οι επικριτές του μαρξι­σμού νομίζουν ότι βρίσκουν στο νόμο της πτωτικής τάσης του γενικού ποσο­στού κέρδους το αδύνατο σημείο της μαρξικής θεωρίας.

Σύμφωνα όμως με τη θεωρία του Μαρξ, ο νόμος της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρδους δεν αποτελεί ούτε τη «μόνιμη αρρώστια» του καπιτα­λισμού, πού θα τον οδηγήσει «νομοτελειακά» στην κρίση και την κατάρρευση, ούτε συνιστά ακόμα την «εσωτερική αιτία» πού υπαγορεύει την Ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού. Πολύ περισσότερο δεν πρόκειται για μια θεωρία χωρίς επι­στημονική συνοχή. Αντίθετα, ή πτωτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους, αποτελεί το αναγκαίο αποτέλεσμα κάποιων κοινωνικών και οικονομικών συνθη­κών, πού ο Μαρξ ονόμασε «ειδικά καπιταλιστικές μεθόδους παραγωγής» και οι οποίες χαρακτηρίζουν ορισμένες φάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης.


1. Ό νόμος της πτωτικής τάσης του γενικού ποσοστού κέρ­δους και οι «ειδικά καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής»

Κατά τον Μαρξ ή πτωτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους είναι συνέπεια των «ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής»1 και της συνέπειας τους, της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας.2

Οι «ειδικά καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής» και ή μορφή αύξησης της παραγωγικότητας πού τους αντιστοιχεί παριστάνονται από τον Μαρξ στα πλαί­σια της ανάλυσης της άμεσης διαδικασίας παραγωγής στον Ιο τόμο του "Κεφα­λαίου". Το νόμο καθεαυτό αναπτύσσει όμως ο Μαρξ όχι στον Ιο, αλλά στον 3ο τόμο του "Κεφαλαίου", κι αυτό διότι ή έννοια του γενικού ποσοστού κέρδους μόνον σ' αυτή τη βαθμίδα της ανάλυσης, όπου ως υποκείμενο της διαδικασίας παραγωγής παρουσιάζεται το κεφάλαιο και όχι —όπως στον Ιο τόμο του "Κεφα­λαίου"— ή εργασία και όπου συνεπώς τα εμπορεύματα καθώς και ή αξία και ή υπεραξία πού περιέχουν παρουσιάζονται ως προϊόντα του κεφαλαίου και όχι της εργασίας, μπορεί να αναπτυχθεί. Σ' αυτή της βαθμίδα παράστασης του αντικει­μένου του φτάνει ο Μαρξ στον 3ο τόμο του "Κεφαλαίου".

Ή ειδικά καπιταλιστική μορφή αύξησης της παραγωγικότητας (καθώς και οι «ειδικές καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής» πού αποτελούν τη βάση της) χαρα­κτηρίζονται κατά τον Μαρξ από το γεγονός, πώς με αυξανόμενη παραγωγικότη­τα αυξάνονται ή τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου (Τ)3, ο λόγος της αξίας του προκαταβεβλημένου σταθερού κεφαλαίου προς την ποσότητα της χρησιμοποιη­θείσας ζωντανής εργασίας (Q)4, ή αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου (Ε)5, ο λόγος της αξίας του φθαρέντος σταθερού κεφαλαίου προς την ποσότητα της ζωντανής εργασίας (q)6, ο λόγος της αξίας του φθαρέντος σταθερού κεφαλαίου προς την ποσότητα της πληρωμένης ζωντανής εργασίας (e)7, ή διάρκεια ανακύκλωσης του σταθερού κεφαλαίου (α)8 και τέλος —παρά το αυξανόμενο πραγματικό ωρο­μίσθιο— το ποσοστό υπεραξίας (m')9.

Επειδή οι αξίες των εμπορευμάτων μειώνονται κατά το ποσοστό, κατά το όποιο αυξάνεται ή παραγωγικότητα, προκύπτει από τα παραπάνω πρώτον, ότι ή τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνεται ποσοστικά περισσότερο από την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, Ε,10 και δεύτερον, ότι το πραγματικό ωρομίσθιο αυξάνεται ποσοστικά λιγότερο από την παραγωγικότητα.11 Λόγω του αυξανόμε­νου ποσοστού υπεραξίας αυξάνονται: το Ε ποσοστικά περισσότερο από το Q (την ποσότητα της χρησιμοποιηθείσας ζωντανής εργασίας) και το e ποσοστικά περισσότερο από το q.12 Επειδή αυξάνεται ή διάρκεια ανακύκλωσης του σταθε­ρού κεφαλαίου (α), το Q αυξάνεται ποσοστικά περισσότερο από το q και το Ε ποσοστικά περισσότερο από το e.13

Το σημαντικότερο (σε σχέση με την τάση του ποσοστού κέρδους) χαρακτη­ριστικό της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας συνί­σταται στο γεγονός, ότι κάθε αύξηση της παραγωγικότητας προϋποθέτει ή και συνεπάγεται μια αύξηση του Τ πού από τη μεριά της οδηγεί σε μια αύξηση του Q.

Ή αύξηση όμως του Τ, της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, είναι μεγαλύ­τερη από την αύξηση της παραγωγικότητας (π).13 '

Ή κατά τον Μαρξ ειδικά καπιταλιστική μορφή αύξησης της παραγωγικότη­τας χαρακτηρίζεται λοιπόν από το γεγονός, πώς κάθε αύξηση της παραγωγικό­τητας απαιτεί μια ποσοστικά ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Ό Μαρξ γνωρίζει και άλλες μορφές αύξησης της παραγωγικό­τητας, μορφές στις όποιες ισχύει Τ<π. Τις μορφές αυτές Τις θεωρεί όμως εξαιρε­τικές περιπτώσεις ή μορφές ανάπτυξης της παραγωγικότητας πού δεν προσιδιά­ζουν στο κεφάλαιο.15 

 2. Ανάπτυξη του νόμου στον τρίτο τόμο του "Κεφαλαίου" 
 Στο 13ο κεφάλαιο του 3ου τόμου του "Κεφαλαίου" ο Μαρξ παριστάνει την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους αποκλειστικά ως συνέπεια των «ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής» και της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας πού αντιστοιχεί στις μεθόδους αυτές. Κατά την παράσταση αυτή του «νόμου αυτού καθεαυτού» στο 13ο κεφάλαιο, ο Μαρξ λαμ­βάνει υπ' όψη του μόνον τις επιδράσεις στο ποσοστό κέρδους εκείνων των παραγόντων, πού αποτελούν συνέπειες ή προϋποθέσεις της ειδικά καπιταλιστι­κής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας, και μάλιστα αδιάφορο, αν ο καθέ­νας απ' αυτούς αυξάνει ή μειώνει το ποσοστό κέρδους. 'Έτσι ή αυξανόμενη άξιακή σύνθεση του κεφαλαίου λαμβάνεται υπ' όψη, διότι αποτελεί κατά μέρος προϋπόθεση, κατά μέρος συνέπεια, το δε αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας Στο βαθμό πού αποτελεί συνέπεια της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας. Στο 14ο κεφάλαιο ο Μαρξ πραγματεύεται την επίδραση εκείνων των παρα­γόντων Στο ποσοστό κέρδους, πού, χωρίς να αποτελούν συνέπειες ή προϋποθέ­σεις της ειδικά καπιταλιστικής μορφής, αντιδρούν στην πτωτική τάση του ποσο­στού κέρδους πού διαπιστώθηκε Στο 13ο κεφάλαιο, μειώνοντας το Q, άρα και το Ε, ή και αυξάνοντας το m'. Αυτά τα «αντιδρώντα αίτια» είναι λοιπόν επιδράσεις μη ειδικά καπιταλιστικών μορφών αύξησης της παραγωγικότητας ή παραγόν­των πού δεν έχουν καμιά σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, όποιας μορφής κι αν είναι αυτή. Έτσι είναι σαφές, γιατί ο Μαρξ πραγματεύεται το αυξανόμενο ποσοστό υπε­ραξίας Στο 14ο κεφάλαιο ως «αντιδρούν αίτιο», αν και φαινομενικά το έχει ήδη λάβει υπ' όψη του Στο 13ο κεφάλαιο: Ή αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, ή οποία αναφέρεται Στο 13ο κεφάλαιο, είναι συνέπεια της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας, άρα συνέπεια αυξήσεων της παραγωγι­κότητας, οι όποιες έχουν ως προϋπόθεση ή και ως συνέπεια ποσοστικά ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου· αντίθετα οι αυξή­σεις του ποσοστού υπεραξίας, πού (κυρίως) Στο Ιο μέρος του 14ου κεφαλαίου θεωρούνται «αντιδρώντα αίτια», είναι είτε συνέπειες μη ειδικά καπιταλιστικών μορφών αύξησης της παραγωγικότητας, δηλαδή συνέπειες αυξήσεων της παρα­γωγικότητας πού προϋποθέτουν ή και συνεπάγονται ποσοστικά ίσες ή μικρότε­ρες αυξήσεις της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, είτε αποτελέσματα παρα­γόντων πού δεν έχουν καμιά σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, όποιας μορφής κι αν είναι αυτή (εντατικοποίηση της εργασίας, παράταση της εργάσιμης ημέρας με δεδομένο ημερομίσθιο κ.τ.λ.). Συμπεριλαμβάνοντας ο Μαρξ Στο 13ο κεφάλαιο την επίδραση της αυξανό­μενης αξιακής σύνθεσης του κεφαλαίου Στο ποσοστό κέρδους (ως επίδραση μιας έμμεσης επενέργειας της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παρα­γωγικότητας) στην ανάλυση του, λαμβάνει επίσης υπ' όψη του την επίδραση του «φθηνέματος των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου» Στο ποσοστό κέρδους Στο βαθμό πού αυτό το φθήνεμα των μέσων παραγωγής είναι αποτέλεσμα της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας, δηλαδή Στο βαθ­μό πού είναι αποτέλεσμα αυξήσεων της παραγωγικότητας, οι οποίες έχουν ως προϋπόθεση ή και ως συνέπεια ποσοστικά ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου· διότι ο βαθμός της ως συνέπεια της ειδικά καπιταλιστικής μορφής αύξησης της παραγωγικότητας επερχόμενης αύξησης της αξιακής σύνθεσης του κεφαλαίου προσδιορίζεται και από το «φθήνεμα των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου» πού απορρέει από την αύξηση αυτή της παραγωγικότητας,Θα προτρέχαμε όμως, αν συμπεραίναμε, ότι στο 14ο κεφάλαιο ο Μαρξ θεω­ρεί το «φθήνεμα των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου» στο βαθμό και μόνον «αντιδρούν αίτιο», στον οποίο αυτό αποτελεί συνέπεια μη ειδικά καπιταλιστικών μορφών αύξησης της παραγωγικότητας. Διότι στο 3ο μέρος του 14ου κεφα­λαίου ο Μαρξ θεωρεί και τα δύο είδη του «φθηνέματος των στοιχείων του σταθε­ρού κεφαλαίου» «αντιδρώντα αίτια». Αυτό κατά τη γνώμη μας αποτελεί ένα —το μοναδικό— ρήγμα στη μέθοδο της μαρξικής παράστασης του νόμου. 

 3. Απόδειξη της λογικής συνοχής του νόμου 
 Το γενικό ποσοστό κέρδους είναι ένα ποσοστό κέρδους υπολογισμένο σε τιμές παραγω­γής, όχι σε αξίες. Ένα γενικό ποσοστό κέρδους υπολογισμένο σε αξίες είναι ως έννοια μια contradictio in objecte, αυτό καθ' εαυτό μια αντίφαση. Για ν' απλοποιήσουμε το πράγμα, μπορούμε όμως, όπως κάνει και ο Μαρξ, αντί του ποσοστού κέρδους σε τιμές παραγωγής να εξετάσουμε το ποσοστό του κέρδους σε αξίες. Για το ποσοστό κέρδους σε αξίες (γ) ισχύει:

 
Είναι αυτονόητο ότι το ποσοστό κέρδους, για να μην είναι χωρίς νόημα, μπορεί να υπο­λογισθεί μόνον για τον καπιταλιστικό τομέα. Γι' αυτό προϋποθέτουμε εδώ μια κοινωνία με αποκλειστικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, στην οποία ένα κομμάτι της νέας αξίας περιέρχεται στο καπιταλιστικό κράτος (μέσω της φορολογίας κ.τ.λ.). Συνεπώς ή υπεραξία (m) είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ του αξιακού προϊόντος και του μέρους της νέας αξίας πού λαμβάνουν οι εργάτες του καπιταλιστικού τομέα (άμεσα ή έμμεσα). Ή υπεραξία περιέχει λοιπόν και τα έσοδα του κράτους (και ως εκ τούτου μεγέθη όπως τους φόρους και Τις εισφορές πού καταβάλουν οι εργάτες του καπιταλιστικού τομέα στο κρά­τος ή —ή άλλη όψη του ίδιου πράγματος— τους μισθούς των απασχολουμένων από το κράτος), Όχι όμως το αντίτιμο των δωρεάν παροχών του κράτους προς τους εργάτες του καπιταλιστικού τομέα.16 Το κεφάλαιο (Κ+ν) αποτελείται από το προκαταβεβλημένο σταθερό κεφάλαιο (Κ = ac). πού είναι μεγαλύτερο από το φθαρέν σταθερό κεφάλαιο (c),17 και από το προκαταβε­βλημένο μεταβλητό κεφάλαιο (ν), το οποίο για λόγους απλούστευσης εξισώνουμε με την πληρωμένη εργασία (υποθέτουμε λοιπόν πώς ο χ ρόνος ανακύκλωσης του μεταβλη­τού κεφαλαίου, πού κατά κανόνα είναι μικρότερος της μονάδας, δηλαδή μικρότερος από την περίοδο παραγωγής, είναι 'ίσος με τη μονάδα). Ή περίοδος, για την οποία υπολογίζουμε εδώ το ποσοστό κέρδους, είναι ίση με την περίοδο παραγωγής. Με μέτρο αυτήν την περίοδο μετριέται ο χρόνος ανακύκλωσης του σταθερού καθώς και του μεταβλητού κεφαλαίου. Υπό την προϋπόθεση, πώς Ε>0 (ή Q>0) και m'>0, παίρνουμε από την (2) στην περίπτωση, πού r<0, στην περίπτωση δηλαδή πού το γενικό ποσοστό κέρδους πέφτει:



Στην περίπτωση ααυτή προφανώς δεν πληρούνται ή (4), διότι το αριστερό της σκέλος είναι ίσο με το δεξιό. Σ' αύτη την περίπτωση αυξάνεται το ποσοστό κέρδους. Έκτος εάν το ορίσουμε ως το λόγο της υπεραξίας προς το σταθερό κεφάλαιο. Μπορεί ν' αποδειχθεί, ότι αυτό το ποσοστό κέρδους παραμένει στην παραπάνω περίπτωση αμετάβλητο


Σ' αυτή την περίπτωση το αριστερό σκέλος της ανισότητας (4) είναι μικρότερο από τη μονάδα. Ή ανισότητα (4) πληρούται πιθανότατα, ιδιαίτερα επειδή το δεξιό της σκέ­λος τείνει με αυξανόμενο Ε προς τη μονάδα. Αν στην περίπτωση αυτή ορίσουμε το ποσοστό κέρδους ως το λόγο της υπεραξίας προς το σταθερό κεφάλαιο, τότε το δεξιό σκέλος της ανισότητας (4) ισούται με τη μονάδα, δηλαδή ή ανισότητα αύτη, ή ικανή σχέση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, πληρούται. Το, ως ο λόγος της υπε­ραξίας προς το σταθερό κεφάλαιο ορισμένο, ποσοστό κέρδους πέφτει.

Ό ίδιος ο Μαρξ στην παράσταση του της καπιταλιστικής επισώρευσης δέχεται ένα αυξανόμενο λόγο της υπό μορφή σταθερού κεφαλαίου επισωρευομένης υπεραξίας προς τη συνολική υπεραξία (προϋποθέτει όμως ακόμη, ότι επισωρεύεται και μεταβλητό κεφά­λαιο, προϋποθέτει δηλαδή ένα αυξανόμενο «ποσοστό αποταμίευσης» των καπι­ταλιστών).19

Με τα παραπάνω αποδείχθηκε ή λογική ορθότητα του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, διότι δείξαμε ότι υπό Τις προϋποθέσεις του Μαρξ το ποσοστό κέρδους αναγκαστικά πέφτει.


4. Γενικό συμπέρασμα
Πώς αιτιολογεί τελικά ο Μαρξ την πτώση του ποσοστού κέρδους; Ή αιτιολογία του Μαρξ μπορεί ν' αποδοθεί ως εξής: οι καπιταλιστές, για να επιτύχουν, με αυξανόμενο πραγματικό ωρομίσθιο, μια ορισμένη ποσοστιαία αύξηση του ποσο­στού υπεραξίας, πρέπει να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας κατά ένα ποσοστό, το όποιο υπερβαίνει το ποσοστό αύξησης του πραγματικού ωρο­μισθίου και το όποιο είναι τόσο μεγαλύτερο όσο μεγαλύτερο είναι ήδη το ποσο­στό υπεραξίας. Αυτή ή αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί όμως —λόγω των «ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής», ή χρησιμοποίηση των οποίων οδηγεί σ' αυτή την αύξηση της παραγωγικότητας— μια ακόμη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, ή οποία, για να πραγματοποιηθεί, απαιτεί μια αύξηση του «ποσοστού αποταμίευσης» των καπι­ταλιστών. Αυτό το τελευταίο οδηγεί τέλος, όπως δείξαμε, στην πτώση του ποσοστού κέρδους.

Ή πτωτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους παρουσιάζεται λοιπόν ως αποτέλεσμα μιας αντίφασης μεταξύ του σκοπού του κεφαλαίου, της αύξησης δηλαδή του βαθμού αξιοποίησης του, και των μέσων επίτευξης αυτού του σκο­πού, των ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής, ή χρησιμοποίηση των οποίων αποσκοπεί —μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας— στην αύξηση του βαθμού αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Ή αιτία λοιπόν της πτώσης του ποσοστού κέρδους δεν βρίσκεται ούτε στον ανταγωνισμό (Smith), ούτε στη φθίνουσα γονιμότητα των επιπρόσθετα καλλιερ­γούμενων εδαφών (Ricardo), ούτε στις δυσχέρειες του κεφαλαίου να πραγματώσει το κέρδος του (Gillman), παρά στη χρησιμοποίηση ορισμένων μεθόδων παραγωγής, πού αποσκοπούν στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας.

Αυτές οι, όπως Τις ονομάζει ο Μαρξ, «ειδικά καπιταλιστικές μέθοδοι παρα­γωγής», αυξάνουν μεν την παραγωγικότητα και —επειδή ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ωρομισθίου είναι μικρότερος απ' αυτόν της αύξησης της παραγω­γικότητας— το ποσοστό υπεραξίας, ή χρησιμοποίηση τους συνεπάγεται όμως μια ποσοστιαία αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, ή οποία είναι σε τέτοιο βαθμό μεγαλύτερη απ' αυτήν της παραγωγικότητας, ώστε ή πραγματο­ποίηση της να απαιτεί αύξηση του «ποσοστού αποταμίευσης» των καπιταλιστών με συνέπεια ή παραγωγή των μέσων παραγωγής κι επομένως και το απόθεμα σε μέσα παραγωγής να αυξάνονται γρηγορότερα από το υπερπροϊόν και συνεπώς το κεφάλαιο να αυξάνεται γρηγορότερα από την υπεραξία και το ποσοστό κέρ­δους να πέφτει.

Από τα παραπάνω φαίνεται, ότι το ύψος και ή τάση του «ποσοστού αποτα­μίευσης» των καπιταλιστών δεν έχουν καμιά σχέση με οποιαδήποτε ψυχολογική διάθεση προς αποταμίευση ή κατανάλωση. Προκύπτουν αντιθέτως από την προ­σπάθεια των καπιταλιστών, να αυξήσουν το ποσοστό υπεραξίας, σε συνάρτηση με τη χρησιμοποίηση ορισμένων μεθόδων παραγωγής, ή οποία αποσκοπεί στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας της απαιτούμενης για την αύξηση του ποσοστού υπεραξίας.


5. Σχετικά με τις κριτικές στο μαρξικό νόμο
5.1. Στο σημείο αυτό ας μας επιτραπεί να αναφερθούμε σύντομα σε μια απόδειξη της λογικής συνοχής του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, πού έγινε τελευταία δημοφιλής. Εννοούμε την επιχειρηματολογία του Okishio στο πρώτο μέρος του άρθρου του «Τεχνικές μεταβολές και ποσοστό κέρδους»,20 σύμφωνα με την οποία το ποσοστό κέρδους υπό τη μαρξική προϋπόθεση μιας αυξάνουσας σύνθεσης της χρησιμοποιηθείσας εργασίας, ακό­μη κι αν το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται, θα πρέπει να πέφτει, διότι διαφορετι­κά με αυξάνουσα σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας θα «προσέκρουε» στο συνεχώς πίπτον και προς το μηδέν τείνον ανώτατο όριο του, δηλαδή στο αντίστροφο της σύνθεσης της χρησιμοποιηθείσας εργασίας.21

Review, Kobe(Ιαπωνία) 1961, τεύχος 7ο, σελ. 85-99. στις επόμενες παρατηρήσεις μας αναφερό­μαστε στη γερμανική έκδοση αυτού του άρθρου: Technische Veranderungen und Profitrate, in: H.
G. Nutzinger E. Wolfstetter (Hrsg.), Die Marxsche Theorie und ihre Kritik, 2 Bde, Bd II, Frankfurt
New York 1974, σελ. 173-191.

21. Δες Ν. Okishio, ο.π., σελ. 178f. Υπέρ αυτής της επιχειρηματολογίας τάσσονται οι Η.
Hollander, Das Gesetz des tendenziellen Falls der Profitrate. Marxens Begriindung und ihre Implikationen, στη σειρά «Mehrwert», τεύχος 6, Erlangen, Ιούνιος 1974, σελ. 105-131 (σελ. 1130· Ε·
Glombowski, W. Pfaffenberger und J. — B. Vetter, Gesamtwirtschaftliche Grundbegriffe und - Be-
ziehungen, II. Teil: Akkumulation und Beschaftigung (Studienmaterialien), στη σειρά «Mehrwert»,
τεύχος 8, σελ. 40f· Η. G. Nutzingep Ε. Wolfstetter (Hrsg), ο.π., σελ. 171· Ε. Bechler, Kapital-
koeffizient und Theorem von der sinkenden Profitrate, στο Jahrbuch fur Sozialwissenschaft, Bd
26/1975), σελ. 169-174 και V. - M. Bader et al., Krise und Kapitalismus bei Marx, 2 Bde, Bd II,
Koln 1975, σελ. 395-405.

Έπ' αυτού έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Πριν απ' όλα, ή σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας δεν αυξάνεται απεριόριστα,22 άρα και το αντίστροφο της δεν τείνει προς το μηδέν, αλλά προς μια θετική τιμή, ή οποία είναι ίση με το ποσοστό αύξησης του κοινωνικού καθα­ρού προϊόντος.23

Καθαρώς θεωρητικά ιδωμένο μπορεί λοιπόν το ποσοστό κέρδους να αυξά­νεται συνεχώς με μειούμενο 1/Q χωρίς ποτέ να ξεπερνά το κατώτατο όριο του 1/Q. Άλλα κι αν ακόμη το 1/Q δεν έτεινε προς μια θετική τιμή, αλλά προς το μηδέν, ή επιχειρηματολογία του Okishio δεν θ' αποτελούσε απόδειξη της λογι­κής συνοχής του μαρξικού νόμου. Ό μαρξικός νόμος λέει, ότι το ποσοστό κέρ­δους πέφτει- ή επιχειρηματολογία του Okishio αντιθέτως θεμελιώνει μόνον τη θέση (κι αυτό μόνον, όταν το 1/Q τείνει προς το μηδέν), πώς το ποσοστό κέρ­δους τελικά, δηλαδή κάποτε, πρέπει να πέσει.

5.2. Στο δεύτερο μέρος του άρθρου του ο Okishio δείχνει, πώς με αμετάβλητο πραγματικό ωρομίσθιο, αυξανόμενη παραγωγικότητα, αυξανόμενη τεχνική σύν­θεση του κεφαλαίου και αυξανόμενη σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας (ή άξιακή σύνθεση του κεφαλαίου) το ποσοστό κέρδους πρέπει αναγκαστικά να άνέρχεται. 24

(Στην πραγματικότητα ή απόδειξη αυτή δίδεται από τον Okishio στο μαθη­ματικό παράρτημα. Το αριθμητικό παράδειγμα πού δίνει στο ίδιο το άρθρο απο­δεικνύει μόνον, πώς υπό Τις αναφερθείσες συνθήκες το ποσοστό κέρδους μπορεί να ανέρχεται).

Πρόκειται εδώ για μια επιχειρηματολογία πού πρώτος ανέπτυξε ο von Bortkiewicz25 και αργότερα υιοθέτησε ή Moskowska.26

Την επιχειρηματολογία αυτή αποδέχονται οι Nutzinger Wolfstetter και ο Schefold.28

Ή μαθηματική απόδειξη του Okishio, δηλαδή τα μαθηματικά πού χρησιμο­ποιεί στην απόδειξη του, είναι σωστά. Σημαίνει όμως αυτό, όπως φαίνεται να πιστεύει ο Okishio, πώς ο μαρξικός νόμος απεδείχθη λογικά άσύστατος,29 ή, όπως υποστηρίζουν οι Nutzinger Wolfstetter, πώς ή απόδειξη αυτή «ανεξάρτητα από το αν ή μαρξική προϋπόθεση (της αυξανόμενης σύνθεσης της χρησιμο­ποιηθείσας εργασίας — Γ.Σ.) ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή όχι, αφαι­ρεί στο μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους τη βάση»;30

Πριν απ' όλα έχουμε να παρατηρήσουμε, πώς ο Μαρξ δεν προϋποθέτει ένα αμετάβλητο, αλλά ένα αυξανόμενο πραγματικό ωρομίσθιο, το όποιο όμως αυξά­νεται με μικρότερο ρυθμό από την παραγωγικότητα.31

Αυτό και μόνον θα αρκούσε ήδη για να καταδειχθεί το ανυπόστατο του παραπάνω ισχυρισμού. Διότι με αυξανόμενο πραγματικό ωρομίσθιο το ποσοστό κέρδους μπορεί, όταν αυξάνεται ή σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας, να πέφτει. Έτσι ο ν. Bortkiewicz γράφει:

«Αν όμως εγκαταλείψουμε την προϋπόθεση ενός αμετάβλητου πραγματικού μισθού (ωρομισθίου —Γ.Σ.), τότε θα πρέπει ασφαλώς να παραδεχθούμε, πώς με αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας το ποσοστό κέρδους μπορεί να πέφτει».32

Βέβαια ο von Bortkiewicz στη διαπίστωση αυτή δεν βλέπει «την παραμικρή παραχώρηση απέναντι στον Μαρξ»,33 διότι, μεταξύ άλλων, «με τη δυνατότητα αύξησης του πραγματικού μισθού... χάνει και ή θέση την ισχύ της, πώς το ποσοστό υπεραξίας με αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας... αυξάνεται».34 Αυτό το τελευταίο δείχνει, πώς ο von Bortkiewicz προφανώς δεν μπορεί να φανταστεί ότι το ποσοστό υπεραξίας μπορεί ακόμη και με αυξανόμενο πραγματικό ωρομίσθιο ν' αυξάνεται.

και για την Moszkqwska είναι αυτονόητο, ότι το ποσοστό κέρδους μπορεί, όταν αυξάνεται ή σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας, να αυξάνεται με αυξανόμενο πραγματικό ωρομίσθιο,35 καίτοι σ' αντίθεση με τον von Bortkiewicz δεν παραβλέπει πώς ένα αυξανόμενο πραγματικό ωρομίσθιο ασφαλώς συμβιβά­ζεται με ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας.

και ο Okishio δεν μπορεί ν' αρνηθεί, πώς, όταν υπό Τις προαναφερθείσες συνθήκες αυξάνεται το πραγματικό ωρομίσθιο, το ποσοστό κέρδους δεν αυξάνε­ται αναγκαστικά. Γράφει λοιπόν: «Αν υποθέσουμε ότι οι πραγματικοί μισθοί δεν αυξάνονται επαρκώς, τότε οι τεχνικές καινοτομίες πού εισάγουν οι καπιταλι­στές δεν επιφέρουν καμιά μείωση του ποσοστού κέρδους».36 Πού σημαίνει: Όταν οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται επαρκώς (ότι κι αν σημαίνει αυτό), ή πτώση του ποσοστού κέρδους δεν μπορεί να αποκλεισθεί.

Τέλος ο Schefold παραδέχεται γενναιόδωρα ότι ή αυξανόμενη σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας, «όταν ο λόγος των κερδών προς τους μισθούς παραμένει αμετάβλητος (όταν δηλαδή ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ωρο­μισθίου είναι ίσος μ' αυτόν της αύξησης της παραγωγικότητας και συνεπώς το ποσοστό υπεραξίας παραμένει αμετάβλητο —Γ.Σ.) οδηγεί αναγκαστικά σε πτωτικό ποσοστό κέρδους».37

Ωστόσο δεν χρειάζεται καν να επισημάνουμε, ότι ο Μαρξ δεν αναπτύσσει το νόμο του προϋποθέτοντας, ότι το πραγματικό ωρομίσθιο παραμένει αμετάβλη­το, για να δείξουμε, ότι αυτή ή επιχειρηματολογία δεν λέει τίποτα για τη λογική συνοχή του μαρξικού νόμου. Αρκεί να αναφέρουμε ότι οι αναφερθέντες συγ­γραφείς μιλούν βέβαια για τη σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας (Q) ή για την άξιακή σύνθεση του κεφαλαίου (Ε) και για το ποσοστό κέρδους, εννοούν όμως αντιστοίχως τη σύνθεση της καταναλωθείσας εργασίας (q), τη σύνθεση του καπιταλιστικού κόστους (e) και την «αποδοτικότητα του κόστους» (το λόγο της υπεραξίας προς το άθροισμα του μεταβλητού (ν) και του φθαρέντος σταθε­ρού (c) κεφαλαίου).

Αν διορθώσουμε αυτό το λάθος τους, τότε μπορούμε να δείξουμε, ότι με αυξανόμενη τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, αυξανόμενη σύνθεση της χρησι­μοποιηθείσας εργασίας (ή άξιακή σύνθεση του κεφαλαίου), αυξανόμενη παρα­γωγικότητα και σταθερό πραγματικό ωρομίσθιο το ποσοστό κατ' ουδένα τρόπο αυξάνεται αναγκαστικά, αλλά μπορεί θαυμάσια να πέφτει.38

Άλλα όχι μόνον αυτό. Μπορούμε επιπλέον ν' αποδείξουμε, ότι υπ' αυτές Τις συνθήκες το ποσοστό κέρδους μπορεί να πέφτει ακόμη και με μειούμενο πραγμα­τικό ωρομίσθιο.39 Έτσι καταδεικνύεται, ότι ή φαινομενικά πολύ αξιόπιστη από­δειξη των Schmitt-Rink,40 Hollander41 και Schefold,42 κατά την οποία υπό Τις προϋποθέσεις πού αναφέραμε τελευταία (μεταξύ των άλλων μειούμενο πραγματι­κό ωρομίσθιο!) το ποσοστό κέρδους δεν μπορεί να πέφτει, πρέπει να βασίζεται σε ορισμένα λάθη (στα όποια δεν μπορούμε να αναφερθούμε εδώ).43

Ήδη ο Μαρξ γνώριζε, ότι «το ποσοστό κέρδους, αν υπολογιζόταν μόνον με βάση τα συστατικά στοιχεία της τιμής του μεμονωμένου εμπορεύματος (δηλαδή ως «αποδοτικότητα του κόστους» κι όχι του κεφαλαίου —Γ.Σ.), θα παρουσιαζό­ταν διαφορετικά απ' ό,τι πραγματικά είναι»44. «και εδώ φαίνεται πάλι πόσο σημαντικό είναι στην καπιταλιστική παραγωγή να εξετάζει κανείς το κάθε μεμο­νωμένο εμπόρευμα ή την παραγωγή οιασδήποτε χρονικής περιόδου σε εμπόρευ­μα όχι απομονωμένα αυτό καθ' εαυτό, ως εμπόρευμα μόνον, αλλά ως προϊόν του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου και σε σχέση με το συνολικό κεφάλαιο, πού παράγει αυτό το εμπόρευμα».45 Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για το ειδικό προϊόν του κεφαλαίου, την υπεραξία πού περιέχεται στα εμπορεύματα.

6. Ή σημερινή φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού και ο μαρξικός νόμος
Ότι οι «ειδικά καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής», από Τις όποιες συνάγει ο Μαρξ την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, ήταν χαρακτηριστικές για την ανάπτυξη κατά την περίοδο της «μεγάλης βιομηχανίας», δηλαδή μέχρι Τις αρχές του αιώνα μας, είναι για μας αναμφισβήτητο.

Είναι όμως πολύ αμφίβολο, αν είναι χαρακτηριστικές και για τη σημερινή φάση της καπιταλιστικής εξέλιξης πού διαδέχθηκε την περίοδο της «μεγάλης βιομηχανίας».

Αν είναι σωστό ότι από Τις αρχές του αιώνα μας ο λεγόμενος συντελεστής κεφαλαίου μακροπρόθεσμα, δηλαδή πέρα από βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις λόγω οικονομικής συγκυρίας και από μεσοπρόθεσμες διακυμάνσεις λόγω διαρ­θρωτικών μεταβολών, παρουσιάζει μία μάλλον πτωτική τάση ή μένει σταθερός, τότε θα έπρεπε, δεδομένου ότι το ποσοστό αύξησης του είναι περίπου ίσο με το ποσοστό αύξησης της σύνθεσης της χρησιμοποιηθείσας εργασίας,46 να παραδε­χθούμε, ότι ή σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας παρουσιάζει μια πτωτι­κή τάση. Αυτό φαίνεται να είναι συνέπεια της εισαγωγής και χρησιμοποίησης —κατά τον Μαρξ— «μη ειδικά καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής», μεθόδων παραγωγής πού αυξάνουν την παραγωγικότητα κατά τον ίδιο ή κατά ένα μεγα­λύτερο ποσοστό απ' ό,τι αυξάνουν την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου κι έτσι είτε δεν επηρεάζουν είτε μειώνουν τη σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας. Αν δεν μειώνεται το ποσοστό υπεραξίας, δηλαδή ο λόγος της συνολικής υπερα­ξίας προς τους κατά το αντίτιμο των δωρεάν κρατικών παροχών μειωμένων συνολικών καθαρών μισθών των εργατών του καπιταλιστικού τομέα, τότε το ποσοστό κέρδους δεν πέφτει.

Αν αυξάνεται το ποσοστό κέρδους, στο όποιο αναφέρεται ο Μαρξ (το «ακα­θάριστο» ποσοστό κέρδους), αυτό δεν σημαίνει πώς αυξάνεται και το «καθαρό» ποσοστό κέρδους (το ποσοστό κέρδους μετά την πληρωμή των φόρων). Το «καθαρό» ποσοστό κέρδους ισούται με το γινόμενο του «ακαθάριστου» ποσο­στού κέρδους και του λόγου του μέρους της υπεραξίας πού τελικά παίρνουν οι καπιταλιστές προς τη συνολική υπεραξία. Αν αυξάνει ο λόγος αυτός, το «καθα­ρό» ποσοστό κέρδους μπορεί με αυξανόμενο «ακαθάριστο» ποσοστό κέρδος να παραμείνει σταθερό ή και να πέφτει.

Δεδομένου ότι ο μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του γενικού ποσο­στού κέρδους είναι λογικά ορθός έπεται από τα παραπάνω ότι ή διερεύνηση του ζητήματος της ισχύς αυτού του νόμου στο σημερινό στάδιο της καπιταλιστικής εξέλιξης απαιτεί κυρίως μια διερεύνηση της μορφής, υπό την οποία λαμβάνει χώρα σ' αυτό το στάδιο ή αύξηση της παραγωγικότητας. Πρέπει λοιπόν να ξεκα­θαριστεί ή συνάρτηση της παραγωγικότητας και του λεγόμενου συντελεστή κεφαλαίου καθώς και ή ποσοτική σχέση μεταξύ της αύξησης της παραγωγικότη­τας και της μεταβολής του λεγόμενου συντελεστή κεφαλαίου. Έκτος αυτού θα πρέπει να εξετασθεί και ή τάση του ποσοστού υπεραξίας και, στην περίπτωση πού θα συμπεριληφθεί στην έρευνα και ή εξέλιξη του «καθαρού» ποσοστού κέρδους, ή τάση του λόγου της υπεραξίας μετά την πληρωμή των φόρων προς τη συνολική υπεραξία. Το τελευταίο προϋποθέτει βέβαια μια ανάλυση της εξέλιξης των κρατικών δαπανών και της σύνθεσης τους.

Όσο ή εργασία αυτή δεν έχει γίνει, δεν είναι δυνατόν να λεχθεί τίποτα για την ισχύ του μαρξικού νόμου στη σημερινή φάση εξέλιξης του καπιταλισμού.

* Δημοσιεύτηκε πρώτα στο περιοδικό Prokla No 25, 1976 υπό τον τίτλο Zum Beweis der Konsistenz des Marxschen Gesetzes vom tendenziellen Fall der allgemeinen Profitrate.

1. K. Marx. Das Kapital, Bd I (MEW, Bd 23), σελ. 653. Σε άλλο σημείο ο Μαρξ μιλάει για τις «στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής αναπτυσσόμενες ιδιάζουσες μεθόδους παραγωγής». Ο.π., Bd III (MEW. Bd 25). σελ. 222.

2. Δες ο.π.. Bd III, σελ. 223, 233, 249 και 250 -

3. Δες ο.π. Bd Ι, σελ. 632 και 650Γ καθώς και Bd III, σελ. 61.

4. Δες ο.π. Bd Ι, σελ. 429 και 632 καθώς και Bd III, σελ. 222, 223, 226 και 227. Επειδή ή αξία του
προκαταβεβλημένου σταθερού κεφαλαίου ισούται με την ποσότητα της νεκρής εργασίας πού χρη­σιμοποιήθηκε στην εργασιακή διαδικασία, ο λόγος της προς την ποσότητα της ζωντανής εργα­σίας, δηλαδή το μέγεθος Q, περιγράφει την κατανομή της εργασίας πού εισήλθε συνολικά στην
εργασιακή διαδικασία σε νεκρή και ζωντανή εργασία. Για το λόγο αυτό ονομάζουμε το μέγεθος Q
«σύνθεση της χρησιμοποιηθείσας εργασίας».

5. Δες ο.π. Bd Ι, σελ. 429, 650-652 και 656 καθώς και Bd III, σελ. 222, 224, 226, 229, 249 και
275Γ.

6. Δες Κ. Marx, Das Kapital, Bd I, σελ. 411 και 632 καθώς και Bd III, σελ. 236f και 249. Επειδή ή
αξία του φθαρέντος σταθερού κεφαλαίου ισούται με την ποσότητα της νεκρής εργασίας πού εισήλθε στη διαδικασία αξιοποίησης, δηλαδή με το καταναλωθέν μέρος της νεκρής εργασίας πού εισήλθε στην εργασιακή διαδικασία, ο λόγος της προς την ποσότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή το μέγεθος q, περιγράφει την κατανομή της εργασίας πού εισέρχεται συνολικά στη διαδικασία αξιο­ποίησης, δηλαδή την κατανομή του καταναλωθέντος μέρους της εργασίας πού εισήλθε συνολικά στην εργασιακή διαδικασία, σε νεκρή και ζωντανή εργασία. Για το λόγο αυτό ονομάζουμε το μέγεθος q «σύνθεση της καταναλωθείσας εργασίας».

7. Δες ο.π. Bd Ι, σελ. 651 καθώς και Bd III, σελ. 249Γ. Ό λόγος της αξίας του φθαρέντος σταθερού
κεφαλαίου προς την ποσότητα της πληρωμένης ζωντανής εργασίας περιγράφει τη σύνθεση της
τιμής κόστους, δηλαδή τη σύνθεση του καπιταλιστικού κόστους. Γι' αυτό ονομάζουμε το λόγο
αυτό «σύνθεση του καπιταλιστικού κόστους».

8. Δες ο.π., Bd Ι, σελ. 408f και 635.

9. Δες ο.π., Bd Ι, σελ. 333f

10. Δες ο.π., Bd Ι, σελ. 65 If.

11. Δες ο.π., Bd Ι, σελ. 631.


14. Τα σύμβολα με: ^ συμβολίζουν Τις ποσοστιαίες μεταβολές των αντιστοίχων μεγεθών.

15. Δες Κ. Marx, Crundrisse der Kritik der Politischen Okonomie, Frankfurt a. M. o. J., σελ. 633f και του ιδίου. Das Kapilal, Bd III, σελ. 236, 239f, 243 και 246.

16. Δες έπ' αυτού Κ. Marx, Das Kapital, Bd III, σελ. 224.

17. Αυτό σημαίνει, πώς ο χρόνος ανακύκλησης του σταθερού κεφαλαίου (α) είναι μεγαλύτερος της μονάδας.

19. Δες Κ. Marx, Das Kapilal, Bd I, σελ. 617ff.

20. Δες Ν. Okishio, Technical Changes and the Rate of Profit, στο: Kobe University Economic


22. Το γεγονός, ότι το Q δεν μπορεί να αυξάνεται απεριόριστα, αναφέρει ο Rainer Kiinzel (Die
Krisentendenz der auf den Wert gegnundeten Produktionsweise, Versuch einer Explikation des
Marxschen Krisenbegriffs, Diss. Berlin 1976, σελ. 2700-

23. Δες G. Stamatis, Ζ urn Marxschen Gesetz von tendentiellen Fall der allgemeinen Profitrate, στη
σειρά «Mehrmert», τεύχος 10, σελ. 127T.

24. Δες Ν. Okishio, ο.π. σελ. 180ff.

25. Δες L. ν. Bortkiewicz, Wertrechnung und Preisrechnug im Marxshen System, Dritter Artikel,
στο Archiv fur Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, Tubingen, Bd 25 (1907), σελ. 454-470.

26. Δες Ν. Moszkowska, Das Marxsche System. Bin Beitrag zu dessen Ausbau, Berlin 1929, σελ.
72-80, 93, 95 και 105-107.

27. Δες H. G. Nutzinger Ε. Wolfsteller, ο.π. s. 17If.

28. Δες Β. Schefold, Nachworte, στο: P. Sraffa, Warenproduktion mittels Waren, Frankfurt a. M.
1976, σελ. 193.

29. Δες Ν. Okishio, ο.π. σελ. 180 και 185f.

30. Η. G. Nutzinger Ε. Wolfstetter, ο.π., σελ. 17 If.

31. Δες Κ. Marx, Das Kapital, Bd I, σελ. 631.

32. L. ν. Bortkiewicz, ο.π., σελ. 469.

33. L. ν. Bortkiewicz, ο.π., σελ. 469.

34. L. ν. Bortkiewicz, ο.π., σελ. 469f.

35. Vgl. N. Moszkowska, ο.π., σελ. 8If.

36. Ν. Okishio, ο.π., σελ. 185.

37. Β. Schefold, ο.π., σελ. 194.

38. Δες G. Stamatis, Die spezifisch Kapitalistischen Produktionsmethoden und die langfristige
Tendenz der allgemeinen Profitrate bei Karl Marx, Berlin 1977, Abschmitt II. 8.

39. Δες G. Stamatis. "Die spezifisch..., ο.π., Abschnitt II. 8.

40. Δες G. Schmitt-Rink, Kapitalintensitat und kapitalrentabilitat in Marxschen Modell, in: Sch-
mollers Jahrbuch fur Gesetzgebung, Verwaltung und Volksvvirtschaft, Berlin Jg 87 (1967), I.
Halbband. σελ. 139ΓΓ.

41. Δες Η. Hollander, ο.π., σελ. 123f.

42. Δες Β. Schefold, ο.π., σελ. 192.

43. Δες G. Stamatis, "Die spezifisch..., ο.π., Abschnitt IV. 5.

44. Κ. Marx, Das Kapital. Bd III, σελ. 237. Δες και σελ. 236-239.

45. Κ. Marx, Das Kapital. Bd III, σελ. 238f.

46. Δες G. Stamatis, Zum Marxschen Gesetz..., ο.π., σελ. 132-135.


Αναδημοσίευση απο περιοδικό Θέσεις-Τεύχος 7, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1984

Πηγή: Praxis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου