Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Η μικρή πλάση

Είναι πια ζήτημα κλίμακας: κάθε μέρα, μερικοί
άνθρωποι μικραίνουν και μικραίνουν.
Μόνο με μεγενθυντικό φακό φαίνονται τώρα οι ζωές τους· να,
αυτός ο κύριος, συνταξιούχος κατά τα φαινόμενα, που κοιτάζει
τους τίτλους των εφημερίδων στο περίπτερο,
δεν είναι μεγαλύτερος
από ένα σημείο στίξης στην στήλη κάτω δεξιά.
Αυτή η γυναίκα που κλαίει πάνω απ' τον λογαριασμό
της υπεραγοράς πνίγεται ήδη, τοσοδούλα, μέσα σε σταγόνες
από αλάτι και νερό. Αυτό το κορίτσι που μαζεύει
ένα φόρεμα ή ένα παντελόνι έχει λιγοστέψει τόσο
που το μπερδεύεις με το κεφάλι της καρφίτσας. Αυτός
ο εργάτης που μετράει κέρματα στην χούφτα του
πριν παραγγείλει καφέ κρύβεται πίσω από
μπακιρένιο φεγγάρι, αξίας πέντε σεντ. Και σαν να μην έφταναν
αυτά τα ατυχή γεγονότα, η ποίηση παραμένει υψιπετής,
σε μια απόσταση απ' τα πράγματα που ισοδυναμεί
με αβλεψία. Κι έτσι
το ποίημα φουσκώνει και φουσκώνει σαν σουφλέ
που ετοιμάζεται στον φούρνο για ροδομάγουλη οικογένεια
από Πανταγκρουέλ, αντί να έρχεται από μακριά,
με το τρένο, καθώς εσύ περιμένεις στον σταθμό
ξυλιάζοντας και καπνίζοντας αρειμανίως, αντί να έρχεσαι
εσύ πίσω στον εαυτό σου από μακριά, από εκεί
που σε ξέχασες, από μια εξορία όπου έζησες
αποκηρυγμένος, γεμίζοντας με κάτι βρώμικα γένια,
το παντελόνι να σού πέφτει κάθε τόσο επειδή
δεν τρως καλά κι έχασες βάρος. Κι έτσι το ποίημα
στρώνεται στο τραπέζι αντί να συντροφεύει μια μπάλα
χνούδι κάτω απ' τον καναπέ, να νιώθει την ανατριχίλα
που πιάνει τη στάχτη στο τασάκι όταν φυσά
ή να μιλά με τα ξεχασμένα πράγματα πίσω απ' το ψυγείο.
Κάποτε όμως θα πρέπει να μιλήσουνε --ψιθυριστά, ψιθυριστά!--
τα αδιαφοροποίητα πράγματα, η μικρή πλάση,
όσα φοβούνται τη σόλα των παπουτσιών,
το ύπουλο πλησίασμα της παντόφλας, όσα αναδεύει
το σάρωθρο των μεγάλων ανθρώπων άμα πει
να καθαρίσει το τοπίο εκεί, χαμηλά. Κάποτε, λέω,
μιλώντας βέβαια από απόσταση
γιατί καθώς έγραφα αντιλήφθηκα πως έγινα κι εγώ
μια κουκίδα, κάποιος που μόλις
και διακρίνω μακριά μέσα στο χιόνι.
Έρχεται ή φεύγει αυτός που βλέπω;
Αυτό ακόμα δεν μπορώ
να το γνωρίζω.

9 σχόλια:

  1. πώς θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε αυτό Αντώνη; ρεαλισμό; μαγικό ρεαλισμό;εδώ τίθεται ένα ζήτημα: πώς πρέπει να είναι η ποίηση στην εποχή μας..νομίζω κάπως έτσι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νομίζω πως στην ποίηση αγωνίζεται κανείς να κάνει τα πράγματα να ονομάσουν τον εαυτό τους, και όχι να ονομάσει ο ίδιος τα πράγματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Eκπληκτικο ποιημα, Αντωνη, μιλησε μεσα μου οσο ελαχιστα ποιηματα που εχω διαβασει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ευχαριστώ Celin, αυτό είναι σπουδαίο για μένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @Βασιλική Δεν είμαι φιλόλογος και δεν μπορώ να απαντήσω στις ερωτήσεις που κάνεις -άλλοι είναι "αρμοδιότεροι". Όμως ως απλός αναγνωστης, και όχι ειδικός, οφείλω να πω ότι το κείμενο του Αντώνη είναι εξαιρετικό και με συγκίνησε διαβάζοντας το.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ανανεωτικό κομμουνιστή
    πραγματικά και μένα με συγκίνησε πολύ. σκέφτομαι ότι κάπως έτσι πρέπει να είναι η ποίηση στην εποχή μας. εμένα μου θύμισε λίγο Ρίτσο στην τεχνοτροπία..απλά αναρρωτιέμαι σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που ζούμε για το ρόλο της ποίησης, των ποιητών εν γένει
    κι όπως έλεγε κι ο Μαγιακόφσκι : όλη μου τη δύναμη του ποιητή στη χαρίζω ετοιμάσου για επίθεση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @Βασιλική: Προσπαθώ όταν γράφω να προσαρμόζω το ύφος της γραφής στο περιεχόμενο, τα δύο δηλαδή να συναντιούνται οργανικά. Πιστεύω ότι διαφορετικοί ποιητές έχουν διαφορετικά ταλέντα. Κάποιοι, όπως πχ ο Νερούντα, έχουν απίστευτη φαντασία, ανοίγουν ορίζοντες με το ποίημα. Κάποιοι, όπως ο Φροστ, είναι καλοί στο να το κρατούν υπό έλεγχο και να του δίνουν πυκνότητα και συνοχή. Άλλοι είναι εξαιρετικοί εικονογραφικά, όπως ο Λόρκα. Άλλοι έχουν μια ακατανίκητη ενέργεια, όπως ο Μαγιακόφσκι. Κι άλλοι, μια στιβαρή και ισορροπημένη λυρικότητα όπως ο Έλιοτ.

    Εγώ προσπαθώ να δώσω χώρο σε αυτό που γράφω να υπαγορεύσει μόνο του το ύφος και τον ρυθμό. Κι έτσι, νομίζω, γράφω με κάποια ετερογένεια σε αυτούς τους τομείς. Υπάρχουν περιορισμένες εικόνες στο μυαλό μου, και επιστρέφουν με μια κάποια εμμονικότητα. Προσπαθώ πάντα να μην φαίνεται προσπάθεια σε αυτό που γράφω, να φαίνεται αβίαστο και φυσικό, να μην υπάρχει κανένα στοιχείο επιτηδευμένο. Σιχαίνομαι την επιτίδευση στην ποίηση, το "στυλιζάρισμα." Νομίζω ότι έχει να κάνει με έναν τρόπο αντίληψης του κόσμου και όχι με ένα ύφος. Θεωρώ ότι οι σπουδαίοι ποιητές δεν μπορούν να αντιγραφτούν γιατί αυτό που βλέπουν είναι μοναδικά δικό τους, και αυτό είναι που υπαγορεύει το πώς γράφουν.

    Αυτά από μένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ο Σεφέρης είναι ένας μεγάλος υφολογικά ποιητής. Ο λυρισμός του έχει επική σιγουριά. Ο Καρούζος όμως είναι ικανός για το σπαρακτικό και ταυτόχρονα το αποστασιοποιημένο, ο Κατσαρός έχει ένα μεγάλο κομμάτι του Μαγιακόφσκι. Μού άρεσε πάρα πολύ ό,τι διάβασα του Χρίστου Μπράβου, έχει μια γήινη σκληρότητα, κάτι αρχαϊκό και πρωτόγονο και ικανό να χαραχτεί στο μυαλό με την πρώτη ανάγνωση. Ο Ρίτσος έχει γράψει σπουδαία πράγματα και πιο αδύναμα πράγματα, τον βρίσκω άνισο από ποίημα σε ποίημα. Κι ο Καβάφης είναι ένα σύμπαν μόνος του, ερμητικό, ανάδελφο και αποσυνάγωγο.

    Αυτά για τους Έλληνες που αγαπώ ιδιαίτερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Σέζαρ Βαγιέχο επίσης. Πολύ σπουδαίος ποιητής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή