Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Πλεόνασμα

Κύριε τραπεζίτη, βοηθήστε με.
Έχω ένα πλεόνασμα θανάτου.
Έχει δυο χρόνια τώρα που οι άνθρωποι
πεθαίνουν γύρω μου σαν τις μύγες. Έχω χώσει
θάνατο κάτω απ’ το στρώμα μου,
μέσα στα συρτάρια μου, σε κάτι παλιές κάλτσες,
σε κάτι γλάστρες με μαραμένο βασιλικό,
μα όλο περισσεύει.

Η ομπρέλα μου η μαύρη
—αυτή που περισσότερο δανείζω παρά κρατώ—
στάζει θάνατο. Τα παπούτσια μου στάζουν θάνατο.
Τα μαλλιά μου, σήμερα το πρόσεξα, στάζουν θάνατο.
Το βλέμμα μου στάζει θάνατο.

Δεν έχω πια τι να τον
κάνω τόσο θάνατο. Με βαραίνει σαν κάποιου είδους
πλούτος, γεωμετρικώς αυξανόμενος. Κι οι μετοχές
του όλο και ανεβαίνουν. Σήμερα κουβάλαγα τόσο
θάνατο που βυθίστηκα μπροστά
στα μάτια έκπληκτων περαστικών
στο χώμα. Δεν είχε καν βρέξει, καταλαβαίνετε,
η καθημερινότητά μου έχει καταστεί απρόβλεπτος.

Στην ηλικία που έχω εισέλθει βλέπετε,
έρχεται φυσικώς η αποταμίευσις, τα πλεονάσματα,
οι καταθέσεις. Δεν ξοδεύονται εύκολα
τα πράγματα. Στερεύουν μία-μία οι ιδέες για
παραγωγικές επενδύσεις. Επιστρέφει μια
πρωτόγονος οικονομία.

Κι εγώ κατήντησα
σπαγγοραμένος, να συσσωρεύω
άθελά μου τόσες μάταιες εγχειρήσεις, τόσα
βουναλάκια από χώμα, τόσα θλιβερά λουλούδια,
τόσα βλέμματα κατανοήσεως, τόση βουβή,
ή ακατάσχετα ομιλητική —τι σημασία έχει! —
θλίψη, τόσα μαύρα κοστούμια, που μα το Θεό,
κύριε τραπεζίτη, πιστέψτε με, θα προτιμούσα
να ’μαι φτωχός σα βρέφος!

1 σχόλιο:

  1. "Κι εγώ κατήντησα
    σπαγγοραμένος, να συσσωρεύω
    άθελά μου τόσες μάταιες εγχειρήσεις, τόσα
    βουναλάκια από χώμα, τόσα θλιβερά λουλούδια,
    τόσα βλέμματα κατανοήσεως"

    μου το έβγαλες από μέσα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή