Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Alain Badiou - Χρειαζόμαστε μια λαϊκή πειθαρχία. Η σύγχρονη πολιτική και η κρίση του Αρνητικού (ΙII)

E: Μπορείτε να εξηγήσετε λίγο περισσότερο τι εννοείτε με την "απόσταση απ' το κράτος";

AB: Το "σε απόσταση απ' το κράτος" σηματοδοτεί το ότι μια πολιτική δεν δομείται και δεν πολώνεται σύμφωνα με την αντζέντα και τα χρονοδιαγράμματα που ορίζει το κράτος. Για παράδειγμα, οι ημερομηνίες κατά τις οποίες το κράτος αποφασίζει να καλέσει σε εκλογές, ή να παρεμβεί σε κάποια σύγκρουση, ή να προκηρύξει πόλεμο σε άλλο κράτος. Ή όταν το κράτος ισχυρίζεται ότι μια οικονομική κρίση κάνει αυτή ή εκείνη την δράση ανέφικτη. Όλα αυτά είναι παραδείγματα αυτού που αποκαλώ "συγκλήσεις απ' το κράτος" όπου το κράτος θέτει την αντζέντα και ελέγχει την χρονική ακολουθία των πολιτικών γεγονότων. Η απόσταση απ' το κράτος σημαίνει ότι δρας με επαρκή αυτονομία ή ανεξαρτησία απ' το κράτος και απ' αυτό που το κράτος θεωρεί σημαντικό ή μη σημαντικό, από αυτό που αποφασίζει ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί ή όχι. Η απόσταση αυτή προστατεύει τις πολιτικές πρακτικές από τον προσανατολισμό στο κράτος, την δομή και την πόλωση απ' το κράτος. Επιπλέον, για το λόγο αυτό δεν θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να συμμετέχεις στην εκλογική διαδικασία. Δεν έχει τίποτα να κάνει αυτό με ό,τι ο Λένιν αποκαλούσε "αριστερίστικο" κομμουνισμό. Η διαδικασία αυτή απλά δεν είναι ενδιαφέρουσα. Πρώτα απ' όλα επειδή δεν αναπαριστά, τουλάχιστο προς το παρόν, καμια αληθινή οπτική για το μέλλον - δεν υπάρχει τρόπος, μέσα σ' αυτό το πλαίσιο και μ' αυτά τα μέσα να αλλάξουν οι βασικοί προσανατολισμοί. Αλλά είναι πιο σημαντικό πως αυτή η διαδικασία οργανώνει έναν προσανατολισμό προς το κράτος και τις αποφάσεις του. Περιορίζει την πολιτική ανεξαρτησία. Η απόσταση απ' το κράτος συνεπώς σημαίνει ότι η πολιτική διαδικασία και οι αποφάσεις της θα πρέπει να γίνονται με πλήρη ανεξαρτησία απ' το κράτος και απ' αυτό που το κράτος θεωρεί σημαντικό, απ' αυτό που το κράτος αποφασίζει να επιβάλλει ως πλαίσιο του πολιτικού. Κατανοώ το "κράτος" εδώ με την ευρεία έννοια -- περιλαμβανομένης της κυβέρνησης, των μίντια και ακόμα κι αυτών που παίρνουν οικονομικές αποφάσεις. Όταν επιτρέπεις στην πολιτική διαδικασία να κυριαρχείται απ' το κράτος, τότε έχεις ήδη χάσει το παιχνίδι γιατί έχεις εκ των προτέρων παραιτηθεί απ' την πολιτική σου ανεξαρτησία.

Ε: Όμως το εκλογικό χρονοδιάγραμμα μοιάζει να παίζει κάποιο ρόλο στην αντίληψή σας για την πολιτική. Στο κάτω-κάτω, γράψατε ένα κείμενο στο οποίο μιλήσατε για το πρόσφατο γαλλικό δημοψήφισμα για το προτεινόμενο ευρωπαϊκό Σύνταγμα.

AB: Έχετε δίκαιο. Η θέση μου δεν είναι δογματική. Όμως γενικά, ο εκλογικός ορίζοντας δεν έχει πραγματικό ενδιαφέρον. Το παράδειγμα που αναφέρετε είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό. Το "όχι" στο δημοψήφισμα, στην πραγματικότητα, δεν είχε καμία σημασία. Η πελιοψηφία των Γάλλων αποφάνθηκε ενάντια στο Σύνταγμα. Και τι έγινε; Η κυβέρνηση δεν έπεσε, ο πρόεδρος δεν παραιτήθηκε, οι Σοσιαλιστές κατέληξαν να προτείνουν έναν υποψήφιο που υποστήριζε το "ναι", και λοιπά. Σιγά-σιγά, η επίδραση της ψήφου αυτής, που έμοιαζε τόσο εντυπωσιακή, κατέληξε μηδενική. Και ο λόγος είναι το γεγονός πως το δημοψήφισμα το αποφάσισε το κράτος, οι ψηφοφόροι "συγκλήθηκαν" απ' το κράτος. Οι πολιτικοί τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά είχαν ήδη, για διάφορους λόγους, συμφωνήσει στο "ναι", παρά την αντίθεση της πλειοψηφίας (η αντίθεση αυτή, με τη σειρά της, είχε διάφορες αιτίες, και έφερε μαζί την άκρα αριστερά και την άκρα δεξιά). Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα καλό παράδειγμα αυτού που θα ονόμαζα όχι τόσο "ανύπαρκτη" όσο "ανενεργό" φύση αυτού του είδους της πολιτικής παρέμβασης. Έχοντάς το πει αυτό, η μη συμμετοχή στις εκλογές δεν είναι σημαντική πολιτική αρχή για μένα. Είναι σημαντικότερο να δημιουργήσεις μια οργάνωση που να είναι ανεξάρτητη απ' το κράτος.

Ε: Στο Ο αιώνας, το πρόσφατό σας βιβλίο, μοιάζετε να υπογραμμίζετε την αναγκαιότητα μιας μετάβασης από αυτό που ονομάζετε πολιτική της "καταστροφής" (και το οποίο ταυτίζετε με την "αδερφική βία" και με τον "τρομοκρατικό μηδενισμό") σε μια "πολιτική υφαίρεσης." Μπορείτε να εξηγήσετε τη σημασία αυτής της διάκρισης στο έργο σας;

AB: Το ερώτημα είναι και πάλι ταυτόχρονα φιλοσοφικό και πολιτικό και συνδέεται άμεσα με το πρόβλημα της κριτικής και της άρνησης. Από την φιλοσοφική σκοπιά, το σύμβολο για όλα αυτά ήταν επί μακρόν η σχέση ανάμεσα στον Χέγκελ και τον Μαρξ. Για τον Μαρξ, η διαλεκτική σύλληψη της άρνησης όριζε την σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία και την πολιτική - αυτό που κάποτε ονομαζόταν πρόβλημα του διαλεκτικού υλισμού. Όπως το κόμμα, που ήταν κάποτε η νικηφόρος μορφή της εξέγερσης, έχει σήμερα ξεπεραστεί, έτσι συμβαίνει και με την διαλεκτική θεωρία της άρνησης. Δεν δύναται πλέον να συναρθρώσει έναν ζώντα δεσμό ανάμεσα στη φιλοσοφία και την πολιτική. Στην προσπάθειά μας να διαλεκυκάνουμε την πολιτική κατάσταση, χρειάζεται επίσης να αναζητήσουμε μια νέα διατύπωση για το πρόβλημα της κριτικής και της άρνησης. Νομίζω ότι είναι αναγκαίο, και πρώτα απ' όλα στο πεδίο της πολιτικής δράσης, να ξεπεράσουμε την έννοια μιας άρνησης που συλλαμβάνεται μόνον απ' την καταστροφική και αυστηρά αρνητική της πλευράς. Σε αντίθεση με τον Χέγκελ, για τον οποίο η άρνηση της άρνησης παράγει μια νέα κατάφαση, νομίζω ότι πρέπει να υποστηρίξουμε πως σήμερα η αρνητικότητα, με την αυστηρή έννοια, δεν παράγει τίποτα καινούργιο. Καταστρέφει φυσικά το παλιό, αλλά δεν γεννά κάτι νέο.

Ε: Φαίνεται όμως ότι ο "μεγάλος Άλλος" της εγελιανής διαλεκτικής είναι η οντολογία του Σπινόζα. Πώς χρησιμοποιείτε τον Σπινόζα στα πλαίσια της κριτικής αυτής της εγελιανής διαλεκτικής λογικής;

AB: Η διάκριση μεταξύ άρνησης και κατάφασης μπορεί, τρόπον τινά, να αναχθεί στον Σπινόζα. Η συνάντηση με τον Σπινόζα λαμβάνει χώρα λόγω της σημερινής μας ανάγκης να παράξουμε μια μη εγελιανή κατηγορία της άρνησης. Το πρόβλημά μου όμως με τον Σπινόζα είναι η οντολογική βάση της σκέψης του, στην οποία υπάρχει ακόμα μια υπερβολική δύναμη του Ενός. Είναι ένας συγγραφέας του οποίου τις μεγαλειώδεις προτάσεις αναφέρω συχνά: για παράδειγμα, το ότι ο ελεύθερος άνθρωπος δεν σκέφτεται για τίποτε λιγότερο από ότι σκέφτεται για τον θάνατο, ή ότι ο σοφός άνθρωπος είναι αυτός που αναγνωρίζει περισσότερο τους άλλους. Είναι θεσπέσιες διατυπώσεις αυτές. Αλλά στο οντολογικό επίπεδο -η οντολογία του Σπινόζα είναι μια από τις σπουδαίες μη εγελιανές δομές- νομίζω πως η διάδραση ανάμεσα στο πολλαπλό και το Εν γέρνει υπερβολικά προς την πλευρά του Ενός. Το σχήμα της ατέρμονης πολλαπλότητας των κατηγορημάτων και της εκφραστικότητας αυτής της πολλαπλότητας τροπικοτήτων δεν αρκεί, κατά τη δική μου εκτίμηση, ώστε να αναλύσει κανείς την σύγχρονη πολλαπλότητα.

E: Μιλήσατε για τις φιλοσοφικές συνέπειες αυτής της διάκρισης ανάμεσα στην καταστροφή και την υφαίρεση. Αλλά πώς λειτουργούν αυτές οι αρθρώσεις στο πολιτικό επίπεδο, με όρους πολιτικής πρακτικής;

AB: Από πολιτική άποψη, κάθε επαναστατική ή χειραφετητική πολιτική θα πρέπει να εκπροσωπεί μια κάποια προσαρμογή ή ρύθμιση ανάμεσα στο αυστηρά αρνητικό κομμάτι της άρνησης και στο κομμάτι που αποκαλώ "υφαίρεση." Μια υφαίρεση δεν εξαρτάται πλέον από τους κυρίαρχους νόμους της πολιτικής πραγματικότητας μιας κατάστασης. Όμως δεν ανάγεται και στην καταστροφή αυτών των νόμων. Μια υφαίρεση μπορεί να αφήσει τους νόμους της κατάστασης όπως έχουν. Αυτό που κάνει η υφαίρεση είναι να δημιουργήσει ένα σημείο αυτονομίας. Είναι μια άρνηση, αλλά δεν μπορεί να ταυτιστεί με το αυστηρά καταστροφικό κομμάτι της άρνησης. Σε όλη την μαρξιστική και λενινιστική επαναστατική παράδοση του εικοστού αιώνα, η επικρατούσα ιδέα ήταν ότι μόνο η καταστροφή μπορούσε να ανοίξει μια νέα ιστορία, να θεμελιώσει έναν νέο άνθρωπο, και λοιπά. Ο ίδιος ο Μάο είπε "δεν υπάρχει κατασκευή χωρίς καταστροφή." Το πρόβλημά μας σήμερα είναι πως το καταστροφικό κομμάτι της άρνησης δεν μπορεί πια από μόνο του να παράξει το καινούργιο. Χρειαζόμαστε μια "γεννεσιουργό υφαίρεση" ικανή να δημιουργήσει έναν νέο χώρο ανεξαρτησία και αυτονομίας από τους κυρίαρχους νόμους της κατάστασης. Μια υφαίρεση, λοιπόν, δεν αντλείται από την καταστροφή ως τέτοια, ούτε είναι συνέπειά της. Αν πρόκειται να προτείνουμε μια νέα συνάρθρωση της καταστροφής και της υφαίρεσης, τότε θα πρέπει να αναπτύξουμε έναν νέο τύπο άρνησης ή κριτικής, έναν τύπο που να διαφέρει από το διαλεκτικό μοντέλο της ταξικής πάλης με την ιστορική του έννοια.

Νομίζω πως είναι εφικτό να παρατηρήσουμε σημαντικά συμπτώματα της κρίσης αυτής της άρνησης σήμερα. Αυτό που αποκαλώ "αδύναμη άρνηση", η αναγωγή της πολιτικής στην δημοκρατική αντιπολίτευση, μπορεί να εννοηθεί ως μια υφαίρεση που έχει τόσο απομακρυνθεί από την καταστροφική άρνηση ώστε να μην μπορεί πια να διακριθεί από αυτό που ο Χάμπερμας ονομάζει "συναίνεση." Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε επίσης μια απελπισμένη προσπάθεια να συντηρηθεί η καταστροφή ως καθαρή μορφή της δημιουργίας και του καινούργιου. Το σύμπτωμα αυτό συχνά έχει θρησκευτικές ή μηδενιστικές διαστάσεις. Στην πραγματικότητα, η εσωτερική διαίρεση της άρνησης -η απόσπαση της καταστροφής από την υφαίρεση- έχει φέρει ως αποτέλεσμα έναν πόλεμο που στην Δύση είναι γνωστός ως "πόλεμος κατά της τρομοκρατίας", και από την πλευρά των τρομοκρατών, πόλεμος κατά της Δύσης, των "απίστων", και τα λοιπά.

1 σχόλιο:

  1. Αυτό το κομμάτι, όπως κι ένα κείμενο που είχε μεταφράσει παλιότερα ο Μ. Μπουντουρίδης ("Η φιγούρα του στρατιώτη"), είναι νομίζω αρκετά σημαντικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή